Φαίνεται λοιπόν πώς η περιστέρα, όταν πέταξε από τα χέρια τής Καρυστιανού, πήρε μαζί τής το κουτί τής Πανδώρας, αλλά μείναμε μέ τη μπάλα τού Τσίπρα. Άντε τώρα Ελληνικέ λαέ να ψηφίσεις με βάρκα τήν ελπίδα και τη μπάλα γιά τη νέα Ελλάδα. Με βάση τη ψυχρή λογική θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η χώρα έχει μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση καί οι αποφάσεις πού παίρνει δέν παραβιάζουν το δημοκρατικό πολίτευμα τής χώρας. Το αν οι αποφάσεις τής κυβέρνησης είναι αρεστές η όχι στην αντιπολίτευση δέν είναι κάτι πού θά πρέπει νά τήν απασχολεί, αν θεωρεί ότι είναι αρεστές στούς πολίτες ψηφοφόρους.
Στήν Ελλάδα σύσσωμη η αντιπολίτευση καλλιεργεί το αφήγημα ότι η υπάρχουσα δημοκρατία κινδυνεύει, είναι ελλιπής, η ελέγχεται από μία <<ελίτ>>. Όταν η αντιπολίτευση δέν μπορεί να συκγρουσθεί με τη στατιστική αλήθεια τών πεπραγμένων τής παρούσης κυβέρνησης, καταφεύγει σε ρητορικά σχήματα περί διαφάνειας, κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας, ευημερίας, ελευθερίας κ.τ.λ.. Αντιλαμβάνεται η αντιπολίτευση ότι αν ο ψηφοφόρος πειστεί ότι το πολίτευμά του κινδυνεύει, τότε η ψήφος του αποκτά το χαρακτήρα <<διάσωσης>> η <<θωράκισης>> τής δημοκρατίας. Η αντιπολίτευση ακολουθεί τη ρύση ” λέγε-λέγε το κοπέλι κάνει τη κυρά και θέλει”.
Το πρόβλημα όμως γιά τη χώρα είναι αν η υποσχόμενη αλλαγή είναι πρός το καλύτερο.
Προφανώς, μόνο με υποσχέσεις δέν αλλάζει τίποτα. Η ιστορία καί ειδικά η πολιτική ιστορία τής χώρας, έχει αποδείξει αμέτρητες φορές ότι τα μεγάλα λόγια καί τα <<θά>> ξεθωριάζουν γρήγορα, αν δέν συνοδεύονται από πράξεις. Η υπόσχεση πού δέν ακολουθείται από συγκεκριμένες μετρήσιμες αλλαγές, ενός συγκεκριμένου οικονομικού
μοντέλου, είναι ένα ανυπόγραφο συμβόλαιο. Η παρούσα κυβέρνηση προτάσει ένα έργο οικονομικής σταθερότητας, ψηφιακού εκσυνχρονισμού καί γεωπολιτικής ενίσχυσης, πού τη καθιστά καλύτερη όλων τών εποχών. Η κριτική γιά την ακρίβεια, κατάσταση τού ΕΣΥ καί ζητήματα διαφάνειας καί λειτουργίας τών θεσμών δέν είναι σοβαρή κριτική της κυβέρνησης όσο είναι τής ελληνικής πραγματικότητας . Η κυβέρνηση δέν έχει τη μαγική ράβδο γιά να θεραπεύσει διαχρονικές παθογένειες τής κοινωνίας.
Στό πυρήνα τής λειτουργίας τού δημοκρατικού πολιτεύματος υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες τοποθετήσεις. Η μία θεωρεί τήν εμπειρία ώς αναγκαία συνθήκη γιά τη διακυβέρνηση τής χώρας καί η άλλη πού υποστηρίζει ότι η ανανέωση τού πολιτικού προσωπικού, είναι απαραίτητη γιά τη ζωντάνια τής δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση, η τελική κρίση γιά το αν η έλλειψη εμπειρίας αποτελεί τροχοπέδη η ευκαιρία γιά μία “νέα δημοκρατία”, ανήκει τελικά στούς ίδιους τούς ψηφοφόρους, οι οποίοι αξιολογούν τα πεπραγμένα τής κυβέρνησης στή κάλπη. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι από τήν εποχή τού Πλάτωνα υπάρχει το παράδοξο τής δημοκρατίας έναντι τής τεχνοκρατίας η τής <<σοφοκρατίας>>. Αυτή είναι η δομική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις γιά τήν εξουσία. Στή μία πλευρά η νομιμοποίηση γιά να αποφασίζει κάποιος γιά τα κοινά παρέχεται από τη ψήφο τών πολιτών καί δέν απαιτείται να έχει τίτλους σπουδών η πλούσιο βιογραφικό. Το επιχείρημα εδώ είναι ότι η διαχείριση τής οικονομίας, διεθνείς σχέσεις, τεχνολογία είναι δευτερεύουσης σημαντικότητας σε σχέση με τήν επιλογή αξιών, προτεραιότητων και οράματος.
Από την άλλη πλευρά η πολυπλοκότητα τού σύγχρονου κόσμου απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Το επιχείρημα εδώ είναι ότι δέν θα μπαίναμε σε ένα αεροπλάνο αν ο πιλότος δέν είχε πτυχίο καί ώρες πτήσης. Αυτό είναι το περίφημο παράδειγμα τού πλοίου από τόν Πλάτωνα. Επομένως δέν πρέπει να εμπιστευόμαστε το <<τιμόνι>> τής χώρας σε ανθρώπους χωρίς αποδεδειγμένες ικανότητες καί γνώσεις. Η παγίδα τού λαϊκισμού είναι όταν κάποιος υποστηρίζει ότι ένας νέος στή πολιτική αρένα, είναι αυτόματα καθαρός, άφθαρτος καί ικανός να φέρει τήν <<αλλαγή>>. Αυτό είναι ένα λαϊκίστικο πολιτικό παραμύθι, με στόχο τη δημιουργία εντυπώσεων.
Η πραγματική πολιτική ωριμότητα μιάς κοινωνίας βρίσκεται στήν ικανότητά της να απαιτεί καί τα δύο: καί τη φρεσκάδα τών νέων ιδεών η νέων ανθρώπων, αλλά καί τήν εγγύηση τής γνώσης, τής εμπειρίας καί τού αποδεδειγμένου έργου.
Η τυφλή εμπιστοσύνη σε <<λευκές επιταγές>> λόγω ηλικίας η επικοινωνιακών σλόγκαν ( τύπου Τσίπρα, η Καρυστιανου) δέν έχει ιστορικά οδηγήσει σε ριζικές αλλαγές. Ο πολίτης γιά να επιλέξει σωστά πρέπει να έχει τήν ικανότητα να διακρίνει το χάσμα πού χωρίζει τόν εντοπισμό τού προβλήματος καί την ικανότητα επίλυσής του.
Κάθε πολίτης βιώνει την καθημερινότητα, άρα γνωρίζει αν υπάρχει ακρίβεια, αν το σύστημα υγείας νοσεί η αν η παιδεία μειονεκτεί. Αυτή η γνώση είναι εμπειρική καί αυθεντική. Η επίλυση όμως απαιτεί βαθειά γνώση μακροοικονομίας, διεθνών σχέσεων, διοικητικού δικαίου καί διαχείρισης πόρων.
Παραδειγμα: Ένας ξέρει πολύ καλά πού πονάει (το προβλημα) αλλά δέν έχει τη παραμικρή ιδέα ποιό φάρμακο η ποιά χειρουργική επέμβαση θα τόν θεραπεύσει (την επίλυση). Αν ψηφίσουμε κάποιον, απλώς επειδή συμφωνεί μαζί μας ότι πονάμε, χωρίς αυτός να ξέρει ιατρική το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό. Επομένως η ψήφος με κριτήριο τη <<γνώση τής επίλυσης>> είναι η μόνη ορθολογική στάση αν θέλεις αποτελέσματα.
Η δική μου τοποθέτηση αναδεικνύει τήν παγίδα τού λαϊκισμού. Όταν η ψήφος αποσυνδέεται από τη γνώση τής επίλυσης, η πολιτική μετατρέπεται σε ένα διαγωνισμό <<ενσυναίσθησης>> η ρητορικής, όπου κερδίζει όποιος περιγράφει ποιό γλαφυρά τα προβλήματα καί όχι όποιος έχει το ρεαλιστικόκτερο σχέδιο να τα λύσει.
Η ψήφος δέν είναι απλή καταγραφή παραπόνων, είναι ανάθεση διαχείρισης. Καί δέν αναθέτεις τη διαχείριση τής ζωής σου σε κάποιον πού απλώς συμφωνεί μαζί σου, ότι τα πράγματα είναι δύσκολα, αλλά σε κάποιον πού αποδεικνύει πώς να τα κάνει καλύτερα. Αν ψηφίζεις με βάση το συναίσθημά σου καί όχι τη λογική, τότε αν τα αποτελέσματα δέν σε ικανοποιούν να κάνεις τα παράπονα στό συναίσθημά σου. Το 2015 ο αριστερόφωτος λαός έφερε στήν εξουσία τη σοφοκρατία τής αριστεράς καί πλήρωσε πανάκριβα τήν επιλογή του , χωρίς όμως να γίνεται ποιό σοφός από το πάθημα. Τώρα η πλέον τών 2,000 χρόνων ρήση” Το δίς εξ αμαρτείν ούκ ανδρός σοφού” προειδοποιεί.
Παναγιώτης Μπουρης. Καθηγητής Οικονομολόγος


