Αν κάποιος σοβαρός αναλυτής ακούσει τα προγράμματα των κομμάτων, νομίζω ότι θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως στη χώρα αυτή δεν υπάρχει κάποιος που να θέλει ο «επιδοτούμενος φτωχός» να γίνει οικονομικά ανεξάρτητος. Όταν διαβάζει κανείς την πολιτική αρθρογραφία, διαπιστώνει ότι υπάρχει ταύτιση με εκείνη την πολιτική που επιδιώκει μεγαλύτερα επιδόματα και παροχές προς τους «θεσμικά φτωχούς».
Παρατηρείται ένας ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών κομμάτων για το ποιο θα υποσχεθεί περισσότερα. Για να τα δώσει, φυσικά, θα πρέπει πρώτα να βρει τους απαραίτητους πόρους, με τους αρθρογράφους όμως να μη δείχνουν ιδιαίτερη διάθεση να θέσουν τέτοιου είδους ερωτήματα.
Είναι, λοιπόν, αυτή η δομή του συστήματος αποτέλεσμα κακού σχεδιασμού ή μήπως εξυπηρετεί πολιτικά τα κόμματα η δημιουργία μιας «σταθερής πελατείας» θεσμικά φτωχών ψηφοφόρων;
Η δημιουργία μιας σταθερής εκλογικής πελατείας αποτελεί, κατά την άποψή μου, τον βασικό μηχανισμό επιβίωσης του οικονομικού μοντέλου της Αριστεράς μέσω της διαχείρισης των εξαρτημένων. Οι αριστεροί είναι οι πρώτοι που υπόσχονται να δώσουν τα περισσότερα, χωρίς φυσικά να τα δίνουν, και ο λόγος είναι ότι η πολιτική τους επιβίωση βασίζεται στην ύπαρξη της θεσμικής φτώχειας.
Για τον «σοσιαλιστή διανοούμενο» ή τον λαϊκιστή πολιτικό, η ύπαρξη μιας μόνιμης τάξης ανθρώπων που εξαρτώνται από το κράτος δεν αποτελεί πρόβλημα προς επίλυση, αλλά προϋπόθεση ύπαρξης. Παρουσιάζονται ως σωτήρες των φτωχών, ενώ στην ουσία οι φτωχοί αποτελούν το σωσίβιο της δικής τους πολιτικής ύπαρξης. Χωρίς ίχνος ντροπής, αξιώνουν την ηθική ανωτερότητα. Παρουσιάζονται ως προστάτες των αδυνάμων και, όσο περισσότεροι είναι οι «αδύναμοι», τόσο μεγαλύτερο είναι το πεδίο δράσης τους και η ηθική τους νομιμοποίηση.
Ένας πολίτης που βασίζεται σε κουπόνια, επιδόματα και δωρεάν παροχές για να επιβιώσει γίνεται εξαιρετικά διστακτικός απέναντι στις αλλαγές. Φοβάται ότι οποιαδήποτε μεταρρύθμιση ή φιλελευθεροποίηση της οικονομίας θα του στερήσει το «σίγουρο» δίχτυ ασφαλείας.
Σε ένα γενικόλογο άρθρο που έτυχε να διαβάσω, διαπίστωσα ότι η έμφαση δινόταν στην αύξηση της φτώχειας, χωρίς όμως να παρατίθενται τα απαραίτητα στατιστικά στοιχεία και χωρίς ανάλυση των αιτιών, όπως η παγίδα της φτώχειας ή η έλλειψη επενδύσεων. Τα εύσημα αποδίδονταν σε εκείνον τον πολιτικό που υπόσχεται περισσότερη «μοιρασιά» αντί για περισσότερη παραγωγή.
Εδώ συναντάμε το παράδοξο της επιτυχίας. Αν ένας αριστερός πολιτικός κατάφερνε πραγματικά να εξαλείψει τη φτώχεια, καθιστώντας τους πολίτες αυτόνομους και οικονομικά ανεξάρτητους, θα έχανε τον λόγο ύπαρξής του.
Η σύγκρουση με την πραγματική οικονομία γίνεται αντιληπτή από τον πολίτη που διαχειρίζεται ακίνητα ή επιχειρήσεις και έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με το κόστος συντήρησης, τα λειτουργικά έξοδα και τη φορολογία. Βλέπει τη μηχανή από μέσα:
- Το κράτος αφαιρεί πόρους από την παραγωγική οικονομία μέσω των φόρων.
- Τους μετατρέπει σε παροχές, οι οποίες συχνά σπαταλώνται γραφειοκρατικά.
- Δημιουργεί μια τάξη πολιτών που δεν έχουν κίνητρο να συνεισφέρουν, αυξάνοντας το βάρος για όσους παραμένουν παραγωγικοί.
Αυτός ο κύκλος τροφοδοτείται από την ίδια του την αποτυχία. Όσο αποδυναμώνεται η οικονομία, τόσο περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια και τόσο αυξάνεται η εξουσία εκείνων που τη διανέμουν.
Προς το παρόν, η χώρα δεν έχει το θάρρος να σπάσει αυτόν τον δεσμό εξάρτησης, γιατί ο πολίτης έχει γαλουχηθεί να πιστεύει ότι το κράτος είναι ο κηδεμόνας του.
Το «σοσιαλιστικό συναίσθημα» και οι τρεις παγίδες
Κατά τη δική μου εκτίμηση, το «σοσιαλιστικό συναίσθημα» στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά ένα βαθιά ριζωμένο ψυχολογικό και πολιτισμικό στερεότυπο που λειτουργεί ως τροχοπέδη για την οικονομία.
1. Η ενοχοποίηση του κέρδους
Στην Ελλάδα, οι λέξεις «επιχειρηματίας» και «ιδιοκτήτης» συχνά αποκτούν αρνητική χροιά στη δημόσια συζήτηση. Καλλιεργείται η αντίληψη ότι το κέρδος αποτελεί προϊόν εκμετάλλευσης και όχι ανταμοιβή του ρίσκου, της οργάνωσης και της επένδυσης.
2. Ο κρατισμός ως «θρησκεία»
Καλλιεργείται η ψευδαίσθηση ότι το κράτος διαθέτει ανεξάντλητη δεξαμενή χρημάτων, την οποία απλώς αρνείται να μοιράσει στους πολίτες.
Παραβλέπεται το γεγονός ότι το κράτος δεν διαθέτει δικά του χρήματα. Διαχειρίζεται τα χρήματα που προέρχονται από τους φόρους των πολιτών. Έτσι, μεταφέρεται η ευθύνη της επιτυχίας από το άτομο στο κράτος, δημιουργώντας μια κοινωνία που αναζητά τη λύση στον εκάστοτε πολιτικό «κηδεμόνα».
3. Η ισοπέδωση προς τα κάτω
Η σοσιαλιστική ρητορική, κατά την άποψή μου, συγχέει την ισότητα των ευκαιριών με την ισότητα του αποτελέσματος. Αντί να επιδιώκεται η ευημερία όλων, συχνά τιμωρείται εκείνος που ξεχωρίζει, με αποτέλεσμα πολλοί ικανοί άνθρωποι να αναζητούν καλύτερες συνθήκες στο εξωτερικό.
Από το δικαίωμα στην παροχή στην ελευθερία της δημιουργίας
Η χώρα χρειάζεται μια μετάβαση στην κοινή λογική, δηλαδή στην παραδοχή ότι ο πλούτος παράγεται από την εργασία, την επένδυση και τη δημιουργικότητα και όχι από την αναδιανομή της μιζέριας.
Η αλλαγή πρέπει να είναι δομική:
- Από το «δικαίωμα στην παροχή» στην ελευθερία της δημιουργίας.
- Από την πελατειακή σχέση με τον πολιτικό στην ατομική ευθύνη.
- Από τη μόνιμη εξάρτηση σε ένα πραγματικό δίχτυ ασφαλείας για όσους πράγματι αδυνατούν να αυτοσυντηρηθούν.
Είναι οξύμωρο, αλλά η πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη επιτυγχάνεται όταν το κράτος αποσύρεται από τη ζωή του ικανού ανθρώπου. Μόνο τότε ο πολίτης ανακτά την αξιοπρέπειά του και η οικονομία αποκτά την απαραίτητη ώθηση για να εξέλθει από το τέλμα.
Αν δεν σπάσει ο δεσμός με το «κρατικό σωσίβιο», η οικονομία θα συνεχίσει να προσπαθεί να τρέξει με δεμένα πόδια. Η ελληνική σκέψη χρειάζεται να απαλλαγεί από αυτό που θεωρώ «σοσιαλιστικό συναίσθημα», το οποίο, κατά την άποψή μου, αποτελεί εμπόδιο στην οικονομική ευημερία.
Παναγιώτης Μπούρης
Καθηγητής Οικονομολόγος
