Υπάρχουν ορισμένοι λόγοι πού εξηγούν γιατί οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες έχουν συχνά αυτή τη κατεύθυνση.
1ο. ΕΣΤΙΑΣΗ ΣΤΗ ΘΕΩΡΙΑ:
Οι ακαδημαϊκοί συχνά μελετούν τα ιδανικά μοντέλα. Ο σοσιαλισμός στή θεωρία υπόσχεται ισότητα καί δικαιοσύνη, κάτι πού είναι ηθικά ελκυστικό, ακόμα καί αν στή πράξη, η εφαρμογή του ιστορικά απέτυχε.
2ο. ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ:
Η φύση τής επιστήμης είναι να αμφισβητεί το κατεστημένο. Αφού ζούμε σε ένα υβριδικό καπιταλιστικό σύστημα, η ακαδημαϊκή κριτική στρέφεται φυσιολογικά πρός τήν εναλλακτική πρόταση.
Αυτή η κατεύθυνση τής διανόησης έρχεται σε σύγκρουση με τήν οικονομική πραγματικότητα. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ τής ακαδημαϊκής θεωρίας καί τής λειτουργίας τής αγοράς. Στο σοσιαλισμό η θεωρία ζωντανεύει στό ακαδημαϊκό περιβάλλον καί αγνοεί τα δεδομένα τής αγοράς. Η έμφαση είναι στή κατανομή πλούτου καί δέν αναφέρεται στο τρόπο παραγωγής του. Θεωρεί τη συλλογικότητα ιδανική γιά τη διαχείριση τής οικονομικής δραστηριότητας καί μηδενίζει τήν ατομική πρωτοβουλία καί τόν ανταγωνισμό. Κρατικός παρεμβατισμός στήν αγορά γιά τη προστασία τών πολιτών καί κοινωνική πρόνοια. Αγνοεί τήν ευελιξία τής ελεύθερης αγοράς πού είναι αναγκαία γιά ανάπτυξη καί καινοτομία. Εδώ ο διανοούμενους δέν θέλει να δεί το χάσμα μεταξύ τού ΕΙΝΑΙ ( τήν ιστορική οικονομική πραγματικότητα) καί τού ΔΕΟΝ ΓΕΝΕΣΘΑΙ ( αυτού πού θα έπρεπε να συμβαίνει κατά τη γνώμη κάποιου) Ο διανοούμενος γίνεται δεοντολόγος, επιμένει σε μία ιδανική κατάσταση καί αγνοεί τη πραγματικότητα. Ο οικονομολόγος φιλόσοφος Friedrich Hayek χρησιμοποιεί τη φράση Μοιραία Έπαρση ( Fatal Conceit ) γιά να περιγράψει τήν πεποίθηση τών διανοούμενων, ότι μπορούν να σχεδιάσουν τη κοινωνία από μηδενική βάση. Ο Hayek θεωρεί ότι οι σοσιαλιστές διανοούμενοι είναι λάθος, πρώτον όταν υποθέτουν ότι η ανθρώπινη λογική είναι ανώτερη από τήν αυθόρμητη τάξη τής αγοράς καί δεύτερον είναι λάθος όταν υποστηρίζουν ότι η ιδέα είναι σωστή, αλλά δέν εφαρμόστηκε σωστά, η από τούς σωστούς ανθρώπους. Αυτή η διανόηση θεωρεί την ηθική ανώτερη τής αποτελεσματικότητας, πού σημαίνει ότι η αξία μίας ιδεολογίας δέν κρίνεται από το αν παράγει πλούτο (ΑΕΠ), αλλά από τίς προθέσεις της. Δηλαδή, εδώ η επιδίωξη τού στόχου τής ισότητας καί τής αλληλεγγύης καί όταν ακόμα βυθίζει τη κοινωνία στή φτώχεια, καί προξενεί καταπίεση τών πολιτών, θα πρέπει να συγχωρούνται, γιατί είναι ηθικές αξίες. Εστιάζουν τη λογική τους στό τι είναι δίκαιο(δέον) καί όχι στό τι είναι λειτουργικό (είναι).
Δέν έχουν επαφή με τη πραγματική οικονομία. Ο Thomas Sowell στο βιβλίο του “Διανοούμενοι καί Κοινωνία” εξηγεί ότι συχνά οι διανοούμενοι δέν υφίστανται τίς συνέπειες τών ιδεών τους. Ένας επιχειρηματίας, πού κάνει λάθος στή πρόβλεψη τής αγοράς, χάνει τη περιουσία του. Ένας ακαδημαϊκός, πού υποστηρίζει ένα αποτυχημένο οικονομικό μοντέλο, δέν χάνει τη θέση του, ούτε το μισθό του. Aυτή η έλλειψη ανατροφοδότησης από τη πραγματικότητα, τούς επιτρέπει να παραμένουν προσκολλημένοι στη θεωρία τους.
Γιατί αγνοούν το ΕΙΝΑΙ;
Η προσκόλληση στή δεοντολογία λειτουργεί συχνά ως ψυχολογικό καταφύγιο. Αν αποδεχτείς ότι η επιβολή μιάς ιδεολογίας απέτυχε οριστικά, τότε καταρρέει όλο το κόσμοείδωλο πάνω στό οποίο έχτισες τη καριέρα σου καί τη ταυτότητά σου. Έτσι, ο διανοούμενους προτιμά να κατηγορεί τίς 《συνθήκες》, 《τη ξένη παρέμβαση 》,την 《ανθρώπινη απληστία 》αλλά όχι τη θεωρία του.
Συμπερασματικά ο διανοούμενος γίνεται δεοντολόγος, γιατί ερωτεύεται το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, όχι το πώς είναι και θεωρεί υποτίμηση της ευφυΐας του, να υποταχθεί στους σκληρούς κανόνες της πραγματικότητας.
Παναγιώτης Μπούρης. Καθηγητής Οικονομολόγος
