Ο πολιτισμός είναι ένα φαινόμενο ανθρωπολογικών διαστάσεων. Συχνά κάνουμε το λάθος να περιορίζουμε τη λέξη “πολιτισμός” μόνο στίς τέχνες (μουσεία, πίνακες, θέατρο, χορός). Όμως, στήν πραγματικότητα, ο πολιτισμός είναι ένα “λειτουργικό σύστημα” μιάς κοινωνίας. Είναι ο τρόπος πού ζούμε, πού σχετιζόμαστε, πού τρώμε, πού γιορτάζουμε, πού εργαζόμαστε καί πώς αντιλαμβανόμαστε το σωστό καί το λάθος.
Ο Πολιτισμός ώς 《τρόπος λειτουργίας 》
Αν δούμε το πολιτισμό ώς το σύνολο τών κανόνων καί τών συμπεριφορών μιάς ομάδας, τότε
Οι αξίες μας: το πώς φερόμαστε στό διπλανό μας, η ποιοί είναι οι νόμοι μας, είναι πολιτισμός.
Η Καθημερινότητά μας:
Από το πώς πίνουμε το καφέ μας μέχρι το πώς οργανώνουμε μία κηδεία η ένα γάμο.
Η Κοινωνική συνοχή: Ο πολιτισμός είναι η κόλα πού κρατάει τα άτομα ενωμένα σε ένα σύνολο.Αν ο πολιτισμός είναι ο τρόπος πού λειτουργεί η κοινωνία τότε οι τέχνες είναι το εργαστήριο αυτού τού τρόπου λειτουργίας. Στό θέατρο βλέπουμε χαρακτήρες να παραβιάζουν τούς κοινωνικούς κανόνες. Αυτό μάς βοηθά να καταλάβουμε γιατί υπάρχουν αυτοί οι κανόνες η αν πρέπει να αλλάξουν. Στήν αρχαία Αθήνα δέν πήγαιναν στό θέατρο γιά να διασκεδάσουν, αλλά γιά να μάθουν, πώς να είναι πολίτες καί πώς να διαχειρίζονται τη δικαιοσύνη καί τήν ύβρη. Ο χορός είναι η οπτική αναπαράσταση τού πώς λειτουργεί μία κοινότητα, όλοι μαζύ, με ρυθμό καί σέβας γιά το διπλανό μας. Το θέατρο χρησιμοποιεί τα εργαλεία τού πολιτισμού, γλώσσα, κίνηση, παράδοση, όχι γιά να μάς καθησυχάσει, αλλά γιά να μάς ταρακουνήσει. Είναι η φωνή πού λέει στή κοινωνία, τι δέν πάει καλά με το τρόπο πού λειτουργεί. To θέατρο στήν Ελλάδα εγκλωβίζεται σε μία δεοντολογική ηθικολογία, μαζί με τη πνευματική διανόηση γιά πολλά χρόνια τώρα. Αρκείται στό να κουνάει το δάχτυλο, να λέει ότι 《πρέπει να ήμαστε καλοί》, 《η αδικία είναι κακή 》η 《η ακρίβεια είναι άδικη》, χωρίς να προσφέρει τα εργαλεία γιά να διαχειρηστούμε τη πραγματικότητα. Δημιουργεί έτσι ένα προβληματικό πολιτιστικό φαινόμενο. Τούτο διότι, όταν μία παράσταση βασίζεται στή δεοντολογία, μετατρέπεται σε κήρυγμα. Αντί να αναλύει τίς αιτίες ενός κοινωνικού προβλήματος π.χ. τής ακρίβειας η τής βίας, έτσι απλά καταδικάζει το αποτέλεσμα. Έτσι καθησυχάζει το θεατή, πού πιθανόν να θεωρεί τον εαυτό του ηθικά ανώτερο, αφού είναι σε πλήρη συμφωνία με το μήνυμα τής παράστασης. Το πρόβλημα είναι ότι βγαίνοντας από το θέατρο, δέν έχει ιδέα πώς να δράσει στή καθημερινότητά του. Η παράσταση παρουσιάζει λύσεις πού είναι ρομαντικές η θεωρητικές πού στή πραγματική ζωή, δηλαδή στήν οικονομία, στίς σχέσεις, στή πολιτική, δέν μπορούν να λειτουργήσουν.
Αυτό καθιστά τη τέχνη μία φούσκα πού δέν έχει επαφή με τις πραγματικές ανάγκες τού κοινωνικού συνόλου. Το θέατρο εδώ λειτουργεί σάν βαλβίδα αποσυμπίεσης. Πάμε βλέπουμε τη παράσταση πού μάς συγκινεί η μάς εξοργίζει, ξεσπάμε συναισθηματικά καί μετά γυρίζουμε στήν ίδια προβληματική λειτουργία μας. Αυτή η ουτοπική τέχνη συμβάλει στή διατήρηση τού στάτους κβό, αντί να το αλλάζει. Όταν το εργαλείο (θέατρο) είναι δεοντολογικό (λέει τι θα έπρεπε να γίνει) καί όχι λειτουργικό (δείχνει πώς να γίνει) η κοινωνία μένει στάσιμη. Στήν Ελλάδα έχουμε τήν τάση να αγαπάμε το πάθος καί τη τραγικότητα. Αυτό μάς οδηγεί συχνά σε μία αισθητικοποίηση τών 《προβλημάτων》. Ωραιοποιούμαι το πόνο μέσω της τέχνης αντί να τον αναλύουμε. Προτιμάμε τη κάθαρση, το να κλάψουμε καί να εκτονωθούμε από την αλλαγή, το να σκεφθούμε πρακτικά. Ένα λειτουργικό θέατρο θα απαιτούσε ο δημιουργός να είναι κοινωνιολόγος καί ο θεατής να είναι έτοιμος να δεί τη πραγματικότητα.
Παναγιώτης Μπούρης. Καθηγητής Οικονομολόγος
