Ανάλυση του διαγγέλματος του Κυριάκου Μητσοτάκη: ασυμβίβαστο υπουργών-βουλευτών, άρση ασυλίας και το διαχρονικό ζήτημα των ρουσφετιών.
Η τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο σημερινό του διάγγελμα άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Και σε αρκετά σημεία, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει ότι κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Η πρόταση για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας αποτελεί ένα διαχρονικό αίτημα που θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό πελατειακών πρακτικών. Ένα πιο καθαρό θεσμικό πλαίσιο θα ενίσχυε τη διαφάνεια και θα απομάκρυνε, τουλάχιστον σε έναν βαθμό, τη λογική της εξυπηρέτησης.
Σημαντική είναι επίσης η αναφορά στην άρση της βουλευτικής ασυλίας για όσους εμπλέκονται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η ισονομία δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμη και η λογοδοσία οφείλει να αφορά όλους, χωρίς εξαιρέσεις.
Ωστόσο, η συζήτηση για τα ρουσφέτια απαιτεί ειλικρίνεια. Πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη παθογένεια του πολιτικού συστήματος, διαχρονική και διακομματική. Η καθολική ποινικοποίησή τους, χωρίς σαφή όρια, θα οδηγούσε –θεωρητικά– σε ένα ανεξέλεγκτο κύμα διώξεων που θα άγγιζε σχεδόν το σύνολο του πολιτικού προσωπικού των τελευταίων δεκαετιών.
Το ουσιαστικό ζήτημα, όμως, βρίσκεται αλλού: στην κρίση εμπιστοσύνης. Οι πολίτες έχουν απομακρυνθεί από το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς, και αυτό δεν είναι αδικαιολόγητο. Η επαναφορά της αξιοπιστίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικές κινήσεις ή επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Απαιτούνται βαθιές, συνεκτικές και τολμηρές θεσμικές παρεμβάσεις. Παρεμβάσεις που θα αποκαταστήσουν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και κοινωνίας.
Οι πολίτες δεν περιμένουν άλλα λόγια. Περιμένουν πράξεις.
