Η φωνή της Μαρινέλλας δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα μουσικό γεγονός. Υπήρξε ένα ψυχικό συμβάν. Ένα ρήγμα στο καθημερινό, μια ρωγμή από που ξεχυνόταν το συναίσθημα χωρίς άμυνες. Στο «Τολμώ» δεν ακούμε απλώς μια ερμηνεία αλλά μια υπαρξιακή δήλωση: το θάρρος να αγαπάς γνωρίζοντας το τίμημα. Και αυτή ακριβώς η τόλμη γίνεται το κεντρικό αρχέτυπο του μύθου της.
Η Μαρινέλλα δεν τραγούδησε απλώς τον έρωτα και την απώλεια. Τους ενσάρκωσε. Σαν μια τραγική ηρωίδα αρχαίου δράματος -σαν να αντηχούσε ακόμη το πέτρινο κοίλο του Ωδείο Ηρώδου Αττικού- μετέφερε στη σκηνή αυτό που η ψυχανάλυση θα ονόμαζε σύγκρουση ανάμεσα στην ενορμητική ζωή και την αναπόφευκτη φθορά. Εκεί, στο όριο μεταξύ ζωής και τέχνης, τραγούδησε μέχρι τέλους. Και αυτή η πράξη δεν είναι απλώς βιογραφική. Είναι συμβολική: μια τελετουργική ένωση Έρωτα και Θανάτου.
Ο Sigmund Freud μίλησε για τις δύο θεμελιώδεις ενορμήσεις: τον Έρωτα (Eros), που ενώνει, δημιουργεί και διατηρεί τη ζωή, και τον Θάνατο (Thanatos), που διαλύει, αποσυνθέτει, επιστρέφει στο μηδέν. Η Μαρινέλλα στάθηκε ακριβώς στο σημείο όπου αυτές οι δύο δυνάμεις συναντώνται. Το ρεπερτόριο της, οι ερμηνείες της, η σκηνική της παρουσία, δεν ήταν παρά μια διαρκής διαπραγμάτευση αυτής της διττότητας: να αγαπάς με ένταση γνωρίζοντας την απώλεια! Να ζεις με πάθος ενώ η φθορά καραδοκεί…
Ψυχοδυναμικά, η φιγούρα της μετατρέπεται σε αρχέτυπο. Σύμφωνα με τον Carl Jung, τα αρχέτυπα κατοικούν στο συλλογικό ασυνείδητο και επανεμφανίζονται μέσα από μορφές που ενσαρκώνουν πανανθρώπινες εμπειρίες. Η Μαρινέλλα γίνεται η «Μεγάλη Ερμηνεύτρια», η Μούσα του Πάθους, η Γυναίκα που τολμά να εκτεθεί ολοκληρωτικά. Δεν είναι πια μόνο πρόσωπο: είναι σύμβολο.
Το «Τολμώ» λειτουργεί σαν ψυχικός χάρτης:
το ναρκοπέδιο είναι ο έρωτας,
το τούνελ είναι η ύπαρξη,
ο αντίλαλος είναι η ανάγκη να αγαπηθούμε.
Και εκείνη περπατά μέσα σε όλα αυτά χωρίς άμυνα. Αυτό το «τολμώ» δεν είναι απλώς ρήμα αλλά πράξη ύπαρξης. Είναι η άρνηση της ψυχικής αναστολής, η υπέρβαση του φόβου της απώλειας. Είναι, με όρους ψυχανάλυσης, η αποδοχή της επιθυμίας χωρίς λογοκρισία.
Στο συλλογικό ασυνείδητο, η Μαρινέλλα θα παραμείνει ως η φωνή που δεν φοβήθηκε να ραγίσει. Ως εκείνη που μετέτρεψε την προσωπική συγκίνηση σε καθολική εμπειρία. Ως το σώμα που έγινε όργανο της ψυχής και η ψυχή που έγινε θέαμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία της στιγμή επί σκηνής μοιάζει σχεδόν μυθολογική: μια ιέρεια της τέχνης που τραγουδά μέχρι την εξάντληση, σαν να ολοκληρώνει έναν κύκλο. Εκεί, ο θάνατος δεν εμφανίζεται ως τέλος, αλλά ως μετάβαση – ως ένταξη στην αιωνιότητα του συμβόλου.
Γιατί τελικά, αυτό που μένει δεν είναι η φωνή ως ήχος. Είναι η φωνή ως μνήμη.
Και η Μαρινέλλα γίνεται μνήμη συλλογική.
Μια μορφή που θα επιστρέφει κάθε φορά που κάποιος θα τολμά να αγαπήσει χωρίς εγγυήσεις.
Κάθε φορά που ο άνθρωπος θα στέκεται ανάμεσα στον Έρωτα και τον Θάνατο και θα επιλέγει -παρ’ όλα αυτά- να ζήσει.
Γιάννης Σαρηγιάννης
Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοδυναμικός Ψυχοθεραπευτής, BSc, MSc
Σκηνοθέτης – ΜΑ Θεατρικών Σπουδών
