Κάθε δημοκρατικό καθεστώς βασίζεται στην εφαρμογή τού νόμου, δηλαδή ο νόμος είναι η ανώτατη αρχή καί δέν αμφισβητείται από κανένα. Αν υπάρχουν αποδείξεις ότι ένας δικαστής μεροληπτεί, χρηματίζεται ή παραβαίνει το καθήκον του, ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες. Η βασική διαφορά εδώ είναι ότι η διαδικασία γίνεται θεσμικά και όχι με δημόσιες καταγγελίες ή προσβολές μέσα ή έξω από τήν αίθουσα. Κάθε πολίτης ή δικηγόρος μπορεί να καταθέσει αναφορά στήν Επιθεώρηση τών Δικαστηρίων, ή στόν Εισαγγελέα τού Αρείου Πάγου. Αυτό όμως πού απαγορεύει ο νόμος, είναι η εκτόξευση κατηγοριών από ένα δικηγόρο υπεράσπισης περί μεροληψίας ή χρωματισμού τών δικαστών χωρίς αποδείξεις. Αυτό αποτελεί μία σοβαρή ενέργεια, η οποία επιφέρει συνέπειες σε νομικό, πειθαρχικό καί δικονομικό επίπεδο. Στά περισσότερα ευρωπαϊκά δίκαια, όπως καί στό ελληνικό δίκαιο, οι συνέπειες χωρίζονται σε τρείς βασικούς άξονες.
1ο. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΚΥΡΏΣΕΙΣ.
Ο κάθε δικηγόρος είναι συλλειτουργός τής δικαιοσύνης καί οφείλει να επιδεικνύει τον δέοντα σεβασμό πρός το δικαστήριο. Άν κατηγορήσει δικαστές ώς “πιασμένους” ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος κινεί τη διαδικασία γιά αντιδεοντολογική συμπεριφορά καί προσβολή τού λειτουργήματος. Οι ποινές πού προβλέπονται είναι από απλή επίπληξη καί πρόστιμο, έως προσωρινή ή οριστική παύση από το δικηγορικό λειτούργημα ανάλογα με τήν βαρύτητα καί τήν υποτροπή.
2ο. ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. Το να εκτοξεύεις δημόσια, ή εντός τής αίθουσας, τέτοιες κατηγορίες διαπράττεις σοβαρά αδικήματα όπως είναι η Περιύβριση Αρχής καί συγκεκριμένα της Δικαστικής Αρχής. Προσβάλλεται ευθέως το κύρος τής δικαιοσύνης καί εμμέσως το κύρος τού δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι μία δογματική συκοφαντική δυσφήμιση, γιατί ο δικηγόρος καπηλεύεται τήν συγκεκριμένη δογματική ατιμωρησία, πού μαστίζει τη χώρα γιά πολλά χρόνια τώρα. Ο δικηγόρος γνωρίζει ότι δέν έχει αποδείξεις, επομένως με ψευδείς ισχυρισμούς σκοπεύει να βλάψει τη τιμή καί τήν υπόληψη τών δικαστών.
3ο. ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΈΠΕΙΕΣ
Αντί να βοηθήσει τον πελάτη του, μία τέτοια κίνηση συνήθως υπονομεύει τήν υπεράσπιση. Άν ο δικηγόρος καταθέσει αίτηση εξαίρεσης τών δικαστών, ισχυριζόμενος μεροληψία, χωρίς σοβαρές αποδείξεις, θα απορριφθεί η αίτηση ώς αβάσιμη ή προσχηματική. Η υπερασπιστική γραμμή στά μάτια τών δικαστών δέν θεωρείται σοβαρή, γιατί οι επιθέσεις στούς δικαστές γίνονται γιά να καλύψουν τήν έλλειψη παρουσίασης σοβαρών νομικών επιχειρημάτων.
Υπάρχει μία λεπτή γραμμή ανάμεσα στό δικαίωμα τού δικηγόρου να ασκεί έντονη κριτική στίς δικαστικές αποφάσεις στό πλαίσιο τής υπεράσπισης καί στήν προσωπική εξύβριση ή απόδοση ποινικών αδικημάτων στούς δικαστές.
Η πρώτη προστατεύεται από την ελευθερία τού λόγου, ενώ η δεύτερη τιμωρείται αυστηρά.
Η πρώτη μέρα της δίκης ήτανε μία παράσταση τής πολιτιστικής κουλτούρας τής χώρας. Το τσίρκο τού παραλόγου πρέπει να απορριφθεί καί αυτό μπορεί να πράξει ο Πρόεδρος τού Δικαστηρίου ο οποίος έχει τήν απόλυτη ευθύνη γιά τήν τήρηση τής τάξης καί τήν εύρυθμη διεξαγωγή τής διαδικασίας.
Ο δικαστής διαθέτει τα εργαλεία γιά να διασφαλίσει ότι η δίκη δέν θα μετατραπεί σε πεδίο ενστάσεων, πού εμποδίζουν τήν αναζήτηση τής αλήθειας.
Ο πρόεδρος μπορεί να αποβάλλει από τήν αίθουσα οποιονδήποτε θορυβεί, προκαλεί ή διακόπτει, είτε πρόκειται γιά το ακροατήριο είτε ακόμα καί γιά παράγοντες τής δίκης. Ο νόμος ορίζει ότι η δίκη πρέπει να διεξάγεται με “ηρεμία καί νηφαλιότητα”
Αν καί η δίκη είναι δημόσια, ο πρόεδρος έχει το δικαίωμα να περιορίσει τον αριθμό τών παρευρισκόμενων αν ο συνωστισμός θέτει θέματα ασφάλειας (κίνδυνος ατυχήματος ή επεισοδίων) καί λειτουργικότητας (είτε εμποδίζοντας τήν επικοινωνία τών δικηγόρων με τούς πελάτες τους, ή τήν ακρόαση τών μαρτύρων)
Ο δικαστής σε αυτή τη δίκη καλείται να ισορροπήσει τη διαφάνεια με τη δημοσιότητα τής διαδικασίας καί τη μη παρακώληση τής δίκης με διακοπές, συνθήματα, συναισθηματικές εκρήξεις πού εμποδίζουν τίς καταθέσεις.
Ο δικαστής ώς εντολοδόχος τού νόμου θα πρέπει να προστατέψει τη διαδικασία από “λαϊκά δικαστήρια ” εντός της αίθουσας. Η προστασία μαρτύρων καί κατηγορουμένων δέν παζαρεύεται ακόμη καί όταν απαιτηθεί ολοκληρωτική ή μερική εκκένωση τής αίθουσας.
Έν κατακλείδι στή δίκη τών Τεμπών ο Πρόεδρος τού Δικαστηρίου πρέπει να διαχωρίσει το δίκαιο πόνο τών ανθρώπων από τη δικονομική πειθαρχία πού απαιτείται γιά να εκδοθεί μία έγκυρη απόφαση. Τέλος οι απαξιωτικές δημόσιες δηλώσεις τού θεσμού τής δικαιοσύνης από δικηγόρους τής υπεράσπισης, δέν πρέπει να περάσουν χωρίς την παραδειγματική τιμωρία των, πού επιβάλει η υπαρξιακή έννοια τής δημοκρατίας. Η χώρα δέν έχει δικαστική αστυνομία πού να ελέγχει το ποιός εισέρχεται στήν αίθουσα καί με ποιά σειρά. Αυτό είναι διαχρονικό πρόβλημα και ελπίζω αυτή η κυβέρνηση νά προχωρήσει στή δημιουργία δικαστικής αστυνομίας, γιά να σταματήσει η αίθουσα να μοιάζει με παζάρι τής γειτονιάς.
Παναγιώτης Μπούρης
Καθηγητής Οικονομολόγος

