Αυτή η πλευρά της δικαιοσύνης παρατηρείται, όταν ο δικαστής λέει ότι “θεώρησε στη μία περίπτωση και όχι στις άλλες”.
Είναι η στιγμή πού η δεοντολογία υπερισχύει τής κοινής λογικής. Ο δικαστής χρησιμοποιεί τη διακριτική του ευχέρεια γιά να φέρει το αποτέλεσμα πού θεωρεί “σωστό” ηθικά ή κοινωνικά, ακόμη και αν χρειαστεί να κάνει νοητικά άλματα. Η δικαιοσύνη είναι ανθρωποκεντρική. Η ψευδαίσθηση τής “απόλυτης αντικειμενικότητας” συχνά καταρρίπτεται από την ίδια την πραγματικότητα των αποφάσεων. Στην περίπτωση τής χρυσής αυγής το ερώτημα πού πρέπει να απαντηθεί, είναι αν η απόφαση πάρθηκε με βάση κάποια πολιτική σκοπιμότητα, ή ήταν καθαρά θέμα συντηρητικής νοοτροπίας τού δικαστή;
Είναι γεγονός ότι η δικαιοσύνη κινείται με διαφορετικές ταχύτητες ανάλογα με το ιδεολογικό πρόσημο, ειδικά όταν οι αποφάσεις έχουν τεράστιο κοινωνικό αντίκτυπο.
Η Υπόθεση Τής Χρυσής Αυγής.
Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής, ως εγκληματικής οργάνωσης βασίστηκε στην έννοια τής δομημένης ιεραρχίας και τής συστηματικής βίας.
Πολλοί υποστηρίζουν ότι υπήρχε ισχυρή πολιτική πίεση και κατεύθυνση από την τότε κυβέρνηση, ώστε να εξαρθρωθεί το κόμμα με νομικά μέσα. Η δημιουργική διάπλαση επιτρέπει στο δικαστή να 《θεωρήσει》 ενδείξεις ως αποδείξεις και να στείλει όλη την ηγεσία στη φυλακή. Το νοητικό άλμα γίνεται όταν ο δικαστής 《θεωρεί》ότι τα μέλη τής Χρυσής Αυγής δεν πράττουν οτιδήποτε, χωρίς την εντολή τής ηγεσίας. Τούτο διότι δεν υπήρχε πουθενά γραπτή η προφορική εντολή για τη δολοφονία τού Φύσσα. 《Το θεωρώ》 τού δικαστή είναι μία αυθαίρετη υποκειμενική τοποθέτηση πού δεν βασίζεται σε αποδείξεις. Το θεωρώ τού δικαστή ικανοποιεί μάλλον την επιθυμία τού τότε πρωθυπουργού της χώρας.
Οι Μπαχαλάκηδες Και Η Αριστερή Βία.
Εδώ η Ελληνική δικαιοσύνη καινοτομεί πάλι με το να 《θεωρεί 》ότι οι επιθέσεις από τον αναρχικό/αριστερό χώρο είναι 《μεμονωμένα περιστατικά 》ή 《πλημμελήματα》 και ότι είναι δύσκολο να αποδειχθεί ιεραρχική δομή παρόμοια με αυτή ενός κόμματος. Η ανοχή στη βία των ομάδων πού δρουν υπό το μανδύα τής κοινωνικής διαμαρτυρίας στη χώρα, για πολλά χρόνια τώρα, δείχνει το φόβο τού πολιτικού συστήματος καί τής δικαιοσύνης να συγκρουστούν μαζί τους.
Εδώ έχουμε το πρόβλημα τής “επιλεκτικής” δικαιοσύνης καί τήν έλλειψη Ισονομίας. Όταν ο νόμος εφαρμόζεται εξαντλητικά σε μιά πλευρά, αλλά μοιάζει “τυφλός” ή αναποτελεσματικός στη άλλη π.χ. καταλήψεις, επιθέσεις σε πανεπιστήμια ή καταστροφές περιουσιών, δημιουργείται η εντύπωση ότι η δικαιοσύνη εργαλειοποιείται.
Το ερώτημα πού προκύπτει είναι αν η δικαιοσύνη είναι 《δειλή》απέναντι στήν αριστερή βία λόγω κοινωνικού κόστους.
Στήν περίπτωση τής χρυσής αυγής, φάνηκε ξεκάθαρα ότι ο νόμος δέν είναι αλγόριθμος καί οι λέξεις πού χρησιμοποιούν οι νομοθέτες είναι συχνά εσκεμμένα ελαστικές. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η κρυφή δύναμη τής δικαιοσύνης. Στή νομική επιστήμη αυτό ονομάζεται 《αόριστες νομικές έννοιες》. Όταν ο νόμος μιλάει γιά 《διασάλευση τής δημόσιας τάξης》,《καλή πιστη》, ή 《εγκληματική οργάνωση》δέν υπάρχει μέτρο πού να μετράει με ακρίβεια χιλιοστού. Όταν ο δικαστής καλείται να ερμηνεύσει αυτές τίς λέξεις μπαίνουν στό παιχνίδι οι εξής παράγοντες.
1ο Η 《Διασταλτική》 ερμηνεία όπου ο δικαστής 《τεντώνει》το νόημα τών λέξεων γιά να συμπεριλάβει μία πράξη π.χ. στήν περίπτωση τής χρυσής αυγής, η ερμηνεία τού τι συνιστά 《διεύθυνση》εγκληματικής οργάνωσης ήταν καθοριστική.
2ο. Η 《Συσταλτική》Ερμηνεία όπου ο δικαστής περιορίζει το νόημα τών λέξεων, βρίσκοντας 《παραθυράκια》η ελαφρυντικά π.χ. στίς περιπτώσεις τών μπαχαλάκηδων, όπου συχνά οι πράξεις υποβαθμίζονται σε 《διατάραξη κοινής ειρήνης》αντί γιά κακουργήματα.
Επειδή οι λέξεις είναι το εργαλείο καί όχι ο κανόνας, το πρόσωπο πού κάθεται στην έδρα παίζει τον πρώτο ρόλο.
Όταν ένας δικαστής “θεωρεί” τη βία 《κοινωνική διαμαρτυρία》θα ερμηνεύσει το νόμο διαφορετικά από ένα δικαστή πού τη “θεωρεί” 《καθαρή τρομοκρατία》.
Όταν το δικαστή διακρίνει θεσμική δειλία, θα πάρει αποφάσεις πού δέν θα προκαλέσουν τα ΜΜΕ ή πολιτικούς χώρους, επιλέγοντας τήν ασφαλή οδό τής ατιμωρησίας καί τών χαμηλών ποινών. Είναι ξεκάθαρο ότι η δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση λειτουργεί με δύο μέτρα καί δύο σταθμά.
Η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε μία “Τέχνη” τής Πειθούς. Αφού δεν είναι μαθηματικά, η δίκη μετατρέπεται σε μία μάχη εντυπώσεων καί αφηγημάτων. Αν το δικαστήριο 《θέλει》να καταδικάσει, θα βρεί τη λέξη πού ταιριάζει. Αν 《φοβάται》ή 《συμπάσχει》θα βρεί τη λέξη πού αθωώνει.
Το αποτέλεσμα είναι μία αίσθηση επιλεκτικής αυστηρότητας. Η δικαιοσύνη μοιάζει να έχει 《ανοιχτά μάτια》 γιά κάποιους καί 《κλειστά》γιά άλλους, ανάλογα με το ποιός κρατάει το στυλό της απόφασης.
Παναγιώτης Μπούρης
Καθηγητής Οικονομολόγος

