Έχουν περάσει ήδη τρία χρόνια από τη πολύνεκρη τραγωδία τού δυστυχήματος των Τεμπών και ο θεσμός τής δικαιοσύνης καλείται τώρα να καταλογίσει ποινές βάσει του νόμου. Η δικαιοσύνη δεν είναι και δεν πρέπει να είναι προϊόν δημοσκόπησης η λαϊκής απαίτησης. Αν ο δικαστής αποφάσιζε με βάση το 《ποιος φωνάζει πιο δυνατά στο δρόμο》 τότε θα επιστρέφαμε σε εποχές αυτοδικίας και 《λαϊκών δικαστηρίων》 όπου το τεκμήριο αθωότητας και η αντικειμενική απόδειξη, δεν θα είχαν καμία αξία.
Έχουμε φτάσει πλέον στο σημείο όπου η νομική και η κοινωνική πραγματικότητα έρχονται σε σύγκρουση. Το δυστύχημα των Τεμπών φέρνει στην επιφάνεια δύο παράλληλους κόσμους, πού δύσκολα επικοινωνούν.
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: Εδώ εξετάζονται τα μαύρα κουτιά, οι καταγραφές των συνομιλιών, οι συμβάσεις διοίκησης και οι πραγματογνωμοσύνες για τα αίτια τού ατυχήματος. Ο δικαστής οφείλει να δει αν η αμέλεια ήταν 《κοινή》 ή 《ενσυνείδητη》 και να καταλογίσει ποινές βάσει του νόμου και όχι βάσει του θυμού.
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ:
Η πολιτική και το συναίσθημα κυριαρχούν στον κόσμο του δημοσίου. Εδώ κυριαρχεί η ηθική αγανάκτηση πού βλέπει μόνο τους 57 νεκρούς και θεωρεί ότι αν η τιμωρία δεν είναι παραδειγματική, για όσους έχει ήδη καταδικάσει ως ενόχους, τότε βλέπει συγκάλυψη.
Το πρόβλημα με τον κόσμο του δημοσίου, είναι ότι η θέση που παίρνει, είναι πολύ πιθανόν να είναι εσφαλμένη. Η πλειοψηφία των πολιτών, σχετικά με τεχνικά ζητήματα, σχεδόν όλες τίς φορές, δεν κατέχει την αλήθεια. Αυτή η οργανωμένη αντίδραση τροφοδοτείται από τρεις πηγές:
1ο. Ελλιπή ή λάθος πληροφόρηση.
Ο μέσος πολίτης δεν γνωρίζει τον ποινικό κώδικα, ούτε τις τεχνικές λεπτομέρειες των σιδηροδρόμων.
2ο.Πολιτική πόλωση: Το δυστύχημα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης για να πληγεί η κυβερνητική αξιοπιστία.
3ο.Συνωμοσιολογία: Όταν υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης, οι εικασίες, π.χ. για το φορτίο της αμαξοστοιχίας, γίνονται εύκολα αποδεκτά ως γεγονότα, χωρίς τις απαιτούμενες αποδείξεις.
Το διακύβευμα είναι ότι, αν η δικαιοσύνη υποκύψει στην πίεση 《για να ικανοποιήσει το κοινό αίσθημα》τότε χάνει την ανεξαρτησία της. Αν όμως η δικαιοσύνη αποφασίσει με βάση τα στοιχεία και η απόφαση είναι ελαφριά, τότε για κάποιους κινδυνεύει να θεωρηθεί από την κοινωνία “πιασμένη”.
Αυτό βασικά είναι το “κλασσικό παράλογο” όπου η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να είναι δίκαιη, αλλά πρέπει και να φαίνεται δίκαιη.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ελλάδα σήμερα, δεν είναι μόνο το τι συνέβη στα Τέμπη, αλλά το ότι ένα μεγάλο μέρος τής κοινωνίας, έχει προδικάσει το αποτέλεσμα και δεν πρόκειται να δεχτεί δικαστική απόφαση πού αποδομεί το δικό της αφήγημα.
To στήσιμο του αφηγήματος αρχίζει με το συνδικαλιστικό λόγο, πού στην Ελλάδα λειτουργεί συχνά ως ένας μηχανισμός καταγγελίας, ο οποίος “προφητεύει” καταστροφές για κάθε θέμα, σαν από μηχανής θεός, ώστε να έχει το πάνω χέρι στην πολιτική διαπραγμάτευση. Διαχρονικά οι συνδικαλιστές χρησιμοποιούν το επιχείρημα τής “έλλειψης ασφάλειας” για να διεκδικήσουν προσλήψεις προσωπικού, αυξήσεις μισθών ή επιδομάτων επικινδυνότητας και τη διατήρηση των προνομίων. Όταν καταγγέλλεις τα πάντα, κάποια στιγμή στατιστικά κάτι θα συμβεί. Τότε ο συνδικαλιστής εμφανίζεται ως《δικαιωμένος προφήτης 》ενώ στην πραγματικότητα έκανε μία γενική καταγγελία πού έτυχε να επαληθευτεί. Τώρα ο συνδικαλιστής διεκδικεί το αλάθητο σαν ένας άλλος ΠΑΠΑΣ. Το οξύμωρο εδώ είναι ότι όταν το σύστημα λειτουργεί, πιστώνεται την εργασιακή ειρήνη, ενώ όταν το σύστημα καταρρεύσει, όπως στα Τέμπη, τότε δείχνει την κυβέρνηση. Η προσωπική ευθύνη τού υπαλλήλου, πού είναι συχνά μέλος τού ίδιου συνδικάτου, τείνει να υποβαθμίζεται, ή να “πνίγεται” μέσα στη γενική καταγγελία κατά τού κράτους.
Αν δεχτούμε ότι ο συνδικαλιστής είναι “αλάθητος προφήτης” τότε καταργούμε τη λογική της ατομικής ευθύνης και της τυχαίας βλάβης και αρχίζει η ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ ΤΩΝ ΤΕΜΠΩΝ.
Στην Ελλάδα η σύγχυση μεταξύ της πολιτικής ευθύνης, που κρίνεται στις κάλπες, και της ποινικής ευθύνης, πού κρίνεται στα δικαστήρια, είναι τεράστια.
Ο κόσμος θέλει “κεφάλια επί πίνακι” για να εκτονωθεί, αλλά η δικαιοσύνη οφείλει να μείνει στα τραίνα, στις ράγες και στους διακόπτες. Αυτή είναι η δουλειά της.
Παναγιώτης Μπούρης
Καθηγητής Οικονομολόγος

