Είναι η διαμαρτυρία στην Ελλάδα εγγεγραμμένη στο “DNA” της κοινωνίας;
Αυτό το φαινόμενο χαρακτηρίζει τη χώρα τα τελευταία τουλάχιστον 60 χρόνια χωρίς να δείχνει σημάδια κατευνασμού. Η χώρα είναι εγκλωβισμένη σε ένα κύκλο κινητοποιήσεων, πού φαίνεται να κοστίζει περισσότερο από όσα αποδίδει.
Το πραγματικό κόστος είναι άμεσο και ορατό. Κλειστά καταστήματα, ζημιές στις υποδομές και απώλεια εσόδων στο τουρισμό η το εμπόριο.
Η ταλαιπωρία στις συγκοινωνίες και το κυκλοφοριακό χάος εξαντλούν την υπομονή των πολιτών. Η συνεχής ένταση συχνά διχάζει την κοινωνία αντί να την ενώνει γύρω από μία λύση.
Υπάρχει τελικά κάποιο όφελος;
Αν και μοιάζει μάταιο, ιστορικά η διαμαρτυρία λειτούργησε περισσότερο ως “βαλβίδα αποσυμπίεσης” και λιγότερο ως “μοχλός πίεσης” για αλλαγές προς βελτίωση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι τα “εργασιακά δικαιώματα” και η “προστασία τού περιβάλλοντος” είναι επιτεύγματα της διαμαρτυρίας, η σημερινή όμως οικονομική κατάσταση της χώρας τον διαψεύδει. Αυτό όμως που πέτυχε η διαμαρτυρία του πεζοδρομίου είναι, χωρίς αμφισβήτηση, το γιγάντωμα του συνδικαλισμού. Είναι γεγονός, ότι ο συνδικαλισμός από μέσον προστασίας των εργαζομένων, μεταλλάχθηκε σε πολλές περιπτώσεις, σε έναν μηχανισμό που ταυτίστηκε με τη κομματική εξουσία και την ακαμψία.
Πώς λοιπόν η γιγάντωση του συνδικαλισμού επηρέασε την οικονομία;
1ο. Αρνητικό περιβάλλον για Επενδύσεις.
Το επαναλαμβανόμενο σενάριο κλειστών δρόμων, λιμανιών δημιούργησε την εικόνα της αβεβαιότητας. Οι επενδυτές, ξένοι ή εγχώριοι, αποφεύγουν την αβεβαιότητα και επιλέγουν χώρες με διαχρονικά σταθερό περιβάλλον.
2ο. Προστασία του Κατεστημένου.
Οι περισσότερες διαμαρτυρίες δεν γίνονταν για τη βελτίωση της παραγωγικότητας, αλλά για τη διατήρηση του κατεστημένου, πού στην ουσία ήταν αντίθετο με τίς παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις.
3ο. Το Μεγάλο Κόστος Ευκαιρίας.
Χάθηκε χρόνος και κεφάλαια σε συγκρούσεις πού θα μπορούσαν να είχαν διοχετευθεί στη καινοτομία και την ανάπτυξη νέων τομέων τής οικονομίας.
Θα μπορούσε όμως να είχε θετική επίδραση στην Οικονομική βελτίωση, αν η διαμαρτυρία είχε στόχο τη κρατική γραφειοκρατία, το κρατικό παρεμβατισμό και τη μετάβαση από μία οικονομία κατανάλωσης σε μία οικονομία παραγωγής. Αντιθέτως, λειτούργησε ως εργαλείο συντήρησης του παλιού και όχι ως μοχλός πίεσης για το καινούργιο. Ακόμη και σήμερα ο συνδικαλισμός λειτουργεί ως ένας μηχανισμός διατήρησης της οικονομικής στασιμότητας. Εδώ εντοπίζεται η καρδιά τού πολιτικού προβλήματος της χώρας. Είναι ο κλασσικός φαύλος κύκλος “πελατειασμού” όπου η σχέση συνδικαλισμού και κυβέρνησης γίνεται μία συναλλαγή επιβίωσης. Όταν τα συνδικάτα ελέγχουν μεγάλες μάζες ψηφοφόρων, είναι αδύνατον μία κυβέρνηση να συγκρουστεί μαζί τους, αφού γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει την επανεκλογή της. Έτσι λοιπόν οι μεταρρυθμίσεις που θα βοηθούσαν την οικονομία, π.χ. αξιολόγηση ιδιωτικοποιήσεις, μείωση γραφειοκρατίας, παραμένουν στα συρτάρια. Επειδή οι ψηφοφόροι παρασύρονται εύκολα και άθελά τους γίνονται εκμεταλλεύσιμες οντότητες, η αλλαγή θα έλθει από τη ψηφιοποίηση και τις νέες μορφές εργασίας.
Παναγιώτης Μπούρης
Καθηγητής Οικονομολόγος

