VANYA: Το σώμα ως θέατρο του ασυνείδητου
Ένα ψυχοδυναμικό και δραματουργικό ρεσιτάλ υποκριτικής με τον Γιώργο Καραμίχο στο Θέατρο Τέχνης
«στο πρώτο υπόγειο του Κουν
και στην Επίδαυρο που ακούν
Θεούς κι ανθρώπους να νικούν
τα πάθη και το χρήμα»
— Λίνα Νικολακοπούλου
Υπάρχουν στιγμές στο θέατρο που η υποκριτική πράξη παύει να λειτουργεί ως αναπαράσταση και μετατρέπεται σε εμπειρία. Στιγμές που ο ηθοποιός δεν «παίζει» ρόλους, αλλά γίνεται το ίδιο το πεδίο στο οποίο συγκρούονται, συνυπάρχουν και αλληλοαναιρούνται πολλαπλές ψυχικές πραγματικότητες. Η παράσταση Vanya, με τον Γιώργο Καραμίχο να ενσαρκώνει οκτώ ρόλους επί σκηνής, ανήκει ακριβώς σε αυτή τη σπάνια κατηγορία: μια προσωποκεντρική, βαθιά ενσώματη εμπειρία, όπου το σώμα, η φωνή, η σιωπή και το βλέμμα λειτουργούν ως φορείς νοήματος πολύ ισχυρότεροι από το ίδιο το κείμενο.
Η σύγχρονη διασκευή του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχωφ από τον Simon Stephens συμπυκνώνει τον δραματουργικό πυρήνα του έργου σε μια μορφή μονολογικής πολυφωνίας. Ο κόσμος του Τσέχωφ — ένας κόσμος ανεκπλήρωτων επιθυμιών, υπαρξιακής ματαίωσης, συναισθηματικής ακινησίας και διαρκούς εσωτερικής σύγκρουσης — δεν διαχέεται εδώ σε πολλαπλά σώματα, αλλά συγκεντρώνεται σε ένα και μοναδικό σώμα. Και αυτό το σώμα γίνεται το απόλυτο δραματουργικό και ψυχοδυναμικό εργαλείο.
Ο Γιώργος Καραμίχος δεν ερμηνεύει απλώς οκτώ ρόλους. Τους μεταφέρει μέσα του, τους διαπερνά και τους αφήνει να περάσουν μέσα από εκείνον με μια σχεδόν βίαιη, αλλά ταυτόχρονα απολύτως ελεγχόμενη ταχύτητα. Η μετάβαση από τον έναν χαρακτήρα στον άλλον δεν γίνεται με εξωτερικά σημεία ή θεατρικά τεχνάσματα: γίνεται με μικροσκοπικές, αλλά απολύτως καθοριστικές μετατοπίσεις του σώματος, της αναπνοής, της μυϊκής έντασης, της φωνητικής χροιάς, του βλέμματος. Είναι σαν να παρακολουθούμε έναν άνθρωπο να αλλάζει ψυχικές δομές σε πραγματικό χρόνο.
Η εμπειρία αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί «διαστροφική» μόνο με την κυριολεκτική, ετυμολογική έννοια της λέξης: δια-στροφή, στροφή και πέρασμα ανάμεσα. Ο ηθοποιός στρέφεται διαρκώς από το ένα πρόσωπο στο άλλο, από τη μία ψυχική θέση στην επόμενη, χωρίς καμία παύση ασφάλειας. Ενώ είναι ένας, βλέπουμε και ακούμε οκτώ. Κι αυτή η διάσπαση δεν προκαλεί σύγχυση, αλλά αποκάλυψη: αποκαλύπτει ότι η ανθρώπινη ταυτότητα δεν είναι ποτέ ενιαία, αλλά πολυσχιδής, αντιφατική, ρευστή.
Από ψυχοδυναμική σκοπιά, η παράσταση λειτουργεί σαν ζωντανό μοντέλο του ψυχισμού. Οι χαρακτήρες του Τσέχωφ — ο Βάνια, η Σόνια, ο Αστρόφ, η Γελένα, ο Μιχαήλ — δεν παρουσιάζονται ως ξεχωριστές οντότητες, αλλά ως διαφορετικές ψυχικές θέσεις: επιθυμία, ματαίωση, ιδεαλισμός, ναρκισσισμός, παραίτηση, ενοχή, ελπίδα. Ο Καραμίχος ενσαρκώνει αυτές τις θέσεις με τέτοια ακρίβεια, ώστε ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς χαρακτήρες, αλλά βιώνει τις ίδιες τις εσωτερικές μεταπτώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού.
Το σώμα του γίνεται χώρος εγγραφής σωματικής μνήμης. Κάθε ήρωας φέρει το δικό του βάρος, τη δική του στάση, τον δικό του ρυθμό. Δεν υπάρχει μίμηση, υπάρχει ενσάρκωση. Και αυτή η ενσάρκωση ξεπερνά τη δραματουργία, τη σκηνογραφία, ακόμη και το ίδιο το κείμενο. Το νόημα του έργου δεν περνά μέσα από τα λόγια, αλλά μέσα από τις παύσεις, τις συσπάσεις, τις αλλαγές κατεύθυνσης του βλέμματος, τις στιγμές όπου το σώμα μοιάζει να μη χωρά πια όλες τις ψυχικές συγκρούσεις που φιλοξενεί.
Η δραματουργική δομή της παράστασης θυμίζει την ίδια τη δομή του ασυνείδητου: επαναληπτική, κυκλική, χωρίς γραμμική εξέλιξη. Οι χαρακτήρες επιστρέφουν, διακόπτουν ο ένας τον άλλον, εισβάλλουν στο ίδιο σώμα, όπως ακριβώς οι ασυνείδητες φωνές εισβάλλουν στον ψυχισμό. Δεν υπάρχει «καθαρή» ταυτότητα, αλλά μια συνεχής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αντιφατικές ανάγκες: ανάγκη για αγάπη και ανάγκη για απόσυρση, επιθυμία για αλλαγή και φόβος της, οργή και παραίτηση.
Η υποκριτική δυνότητα του Καραμίχου έγκειται ακριβώς στο ότι δεν προσπαθεί να ελέγξει αυτή τη σύγκρουση, αλλά να την αφήσει να υπάρξει στο σώμα του. Το αποτέλεσμα είναι ένα σπάνιο ρεσιτάλ όπου η τεχνική αριστεία δεν λειτουργεί ως επίδειξη, αλλά ως απόλυτη διαθεσιμότητα του ηθοποιού απέναντι στο υλικό. Στιγμές απόλυτης αληθινής ομορφιάς και συγκίνησης, όταν προς στιγμήν γίνεται η Γελένα και πίνει από το ίδιο μπουκάλι που έπινε ο αγαπημένος της ρουφώντας κάθε σταγόνα που είχαν αφήσει τα χείλη του ερωτοτροπώντας με το στόμιο του μπουκαλιού σαν να ήταν το ίδιο το στόμα του Μιχαήλ (όπως ενσωματώνει ένα μωρό και την τελευταία σταγόνα του μητρικού στήθους) μέχρι και τη στιγμή που οι άλλοι δύο εραστές μέσα από το σώμα του Καραμίχου γδύνονται με τα μουσκεμένα ρούχα τους από ιδρώτα πάθος και συστολή με την απόλυτη μεταμόρφωση του τελευταίου από τον αρσενικό στον θηλυκό οργασμό σε μια συγχρονισμένη έκρηξη της libido. Η σιωπή του είναι φορτισμένη, το βλέμμα του γίνεται τόπος συνάντησης του θεατή με τον εαυτό του, και η φωνή του μεταφέρει όχι μόνο λόγο, αλλά συναίσθημα, απώλεια, μνήμη.
Σε αυτό το σημείο, η παράσταση μετατρέπεται σχεδόν σε ψυχοθεραπευτική εμπειρία. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς έναν ήρωα που υποφέρει, αλλά αναγνωρίζει μέσα του τις δικές του μεταπτώσεις, τις δικές του απογοητεύσεις, τις δικές του εσωτερικές φωνές. Η ταύτιση δεν είναι συναισθηματική: είναι σωματική. Είναι η εμπειρία του να βλέπεις τον εσωτερικό σου κόσμο να παίρνει μορφή μπροστά σου.
Η Vanya στο Θέατρο Τέχνης δεν είναι απλώς μια επιτυχημένη παράσταση. Είναι μια απόδειξη ότι το θέατρο, όταν συναντά ένα τέτοιο υποκριτικό μέγεθος, μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης του ασυνείδητου. Ένα σώμα, οκτώ ρόλοι, αμέτρητες ψυχικές διαδρομές. Ο Γιώργος Καραμίχος παραδίδει μια ερμηνεία που δεν ξεπερνά απλώς το κείμενο, αλλά το διαπερνά και το μετουσιώνει σε καθαρή ανθρώπινη εμπειρία. Ένα πραγματικό «τέρας» υποκριτικής — με την πιο δημιουργική και βαθιά ανθρώπινη έννοια του όρου.
Και όλα αυτά συμβαίνουν εκεί όπου η μνήμη του θεάτρου δεν είναι μουσειακή, αλλά ζωντανή και παλλόμενη. Στον χώρο όπου το σώμα και η ψυχή δοκιμάζονται, όπου η τέχνη αντιστέκεται στην ευκολία και την εμπορευματοποίηση, εκεί όπου η σκηνή παραμένει τόπος ήθους και αναμέτρησης με τα μεγάλα ανθρώπινα ερωτήματα. Όπως το έχει αποτυπώσει ποιητικά η Λίνα Νικολακοπούλου,
«στο πρώτο υπόγειο του Κουν
και στην Επίδαυρο που ακούν
Θεούς κι ανθρώπους να νικούν
τα πάθη και το χρήμα».
Γιάννης Σαρηγιάννης
Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοδυναμικός Ψυχοθεραπευτής (BSc, MSc)
Σκηνοθέτης – MA Θεατρικών Σπουδών

