Η συζήτηση για ίδρυση κόμματος από τη Μαρία Καρυστιανού ανοίγει σοβαρά ερωτήματα για την πολιτικοποίηση της τραγωδίας των Τεμπών, ενώ συγγενείς θυμάτων διαφωνούν δημόσια.
Από την πρώτη στιγμή που η κα Καρυστιανού βγήκε στο δημόσιο προσκήνιο, η κοινωνία στάθηκε δίπλα της. Και δικαίως. Η απώλεια ενός παιδιού στο δυστύχημα των Τεμπών δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, ούτε συμψηφισμούς.
Υπήρχε όμως από τότε ένα ερώτημα που συζητιόταν χαμηλόφωνα — σε ιδιωτικές κουβέντες, σε παρέες. Σε τέτοιες συζητήσεις έλεγα κι εγώ ότι αυτή η έντονη, συνεχής και προσωποκεντρική δημόσια παρουσία δεν έμοιαζε μόνο με αγώνα για δικαιοσύνη. Έμοιαζε με κάτι που κοιτάζει πιο μπροστά: την πολιτική.
Όχι γιατί ο αγώνας δεν είναι δίκαιος. Αλλά γιατί ο τρόπος έχει σημασία.
Η ίδρυση του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων ήταν απολύτως θεμιτή. Η πίεση προς την Πολιτεία αναγκαία. Όμως η σταδιακή μετατόπιση του λόγου από τη δικαιοσύνη στη δημιουργία «κινήματος», και πλέον στη συζήτηση για κόμμα, αλλάζει ποιοτικά το εγχείρημα.
Ήδη σημαντικός αριθμός συγγενών των θυμάτων, που συμμετέχουν και στον ίδιο τον Σύλλογο, έχουν εκφράσει τη διαφωνία και την ενόχλησή τους για αυτή την κατεύθυνση. Πρόσωπα όπως ο αντιπρόεδρος του Συλλόγου κ. Ασλανίδης, ο κ. Πλακιάς και άλλοι συγγενείς έχουν δημόσια διαφοροποιηθεί, τονίζοντας ότι δεν συμφωνούν με τη μετατροπή του συλλογικού πένθους σε πολιτικό εγχείρημα.
Η συζήτηση περί ίδρυσης κόμματος από την κα Καρυστιανού έρχεται να επιβεβαιώσει την αίσθηση που πολλοί είχαν από νωρίς: ότι η τραγωδία των Τεμπών αντιμετωπίζεται πλέον και ως πολιτικό κεφάλαιο.
Η ματαιοδοξία στην πολιτική δεν είναι αδίκημα. Όταν όμως ντύνεται με τον μανδύα του πένθους, γίνεται βαθιά προβληματική.
Τα Τέμπη δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Δεν είναι brand. Δεν είναι όχημα πολιτικής ανέλιξης.
Η μνήμη των θυμάτων δεν χρειάζεται ηγεσία. Χρειάζεται δικαιοσύνη. Και η δικαιοσύνη δεν έχει αρχηγό.
