Του Γιάννη Σαρηγιάννη, Κλινικού Ψυχολόγου-Ψυχοδυναμικού Ψυχοθεραπευτή,BSc, MSc, Σκηνοθέτη, ΜΑ Θεατρικών Σπουδών.
Τα Χριστούγεννα, πέρα από θρησκευτική γιορτή, αποτελούν πολιτισμικό γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας. Εντάσσονται σταθερά στις ιεροτελεστίες της ανθρωπότητας και συνιστούν μια διαρκή επαναδιαπραγμάτευση του νοήματος της ύπαρξης και της κοινότητας. Η γέννηση ενός παιδιού –του Θεανθρώπου στο χριστιανικό αφήγημα– υπερβαίνει το θρησκευτικό επίπεδο και λειτουργεί ως μήτρα συμβολισμών, ως αρχέτυπο αναγέννησης και ψυχικής επανασυγκρότησης (Assmann, 2018). Οι άνθρωποι δεν γιορτάζουν μόνο ένα γεγονός, αλλά συμμετέχουν σε μια συλλογική ψυχική τελετουργία που επαναλαμβάνεται αιώνες τώρα, επιτελώντας ανάγκες ατομικές και κοινωνικές, συνειδητές αλλά και ανεξιχνίαστες (Turner, 2014).
Στο ψυχοδυναμικό πλαίσιο, τα Χριστούγεννα συνδέονται με τον επαναπροσανατολισμό της ψυχής προς τις πρωταρχικές σχέσεις. Η εικόνα της μητέρας με το βρέφος, του φωτός μέσα στο σκοτάδι, λειτουργούν ως μεταβατικά αντικείμενα που ανακουφίζουν το άγχος μας μπροστά στη ματαιότητα, την απώλεια, την ενήλικη σκληρότητα της καθημερινότητας (Winnicott, 1976). Το νεογέννητο υποδηλώνει την υπόσχεση ότι πάντα υπάρχει νέος ψυχικός χώρος για δημιουργία, ελπίδα και μετασχηματισμό. Η Μαρία στην εικονογραφία του πολιτισμού δεν λατρεύεται μόνο θρησκευτικά αλλά αναγνωρίζεται ασυνείδητα ως η «αρκετά καλή μητέρα» που συγκρατεί, προστατεύει και εμπεριέχει, ενώ το Βρέφος συμβολίζει τον Εαυτό αλλά και το σύνολο της κοινότητας που ζητά επαναγέννηση (Winnicott, 1976).
Από την πλευρά της κλαϊνικής θεωρίας, η πρωτοχριστουγεννιάτικη αφήγηση αγγίζει την ψυχική περιοχή της επιστροφής στον «καλό μαστό», στην εσωτερικευμένη φροντίδα που καθησυχάζει τις επιθετικές φαντασιώσεις, επουλώνει ενοχές και καλεί σε επανόρθωση (Klein, 1998). Η γιορτή δεν είναι λοιπόν μόνο χαρά, αλλά και θεραπευτική δομή επανόρθωσης απέναντι στα βιώματα απώλειας, εγκατάλειψης ή ματαίωσης που το έτος έχει ενδεχομένως εγγράψει στο ψυχικό μας πεδίο. Το παραμυθικό στοιχείο, η υπόσχεση του θαύματος, επιτρέπει την επαναλειτουργία των πρωτογενών διεργασιών και ενεργοποιεί την παιδικότητα χωρίς παθολογικοποίηση (Klein, 1998).
Ο Freud (2016), ήδη από τις πρώτες ψυχαναλυτικές αναλύσεις των γιορτών, υπογράμμισε πως οι τελετουργίες λειτουργούν ως κοινωνικά συμβόλαια αποφόρτισης, επαναφοράς των ενστίκτων σε συμβολικό πεδίο και αναστολής της ενοχής. Η τελετουργία του χριστουγεννιάτικου δείπνου, της ανταλλαγής δώρων, των φωτισμένων δρόμων, επιτρέπει μορφές υποκατάστασης της επιθυμίας που στο καθημερινό πλαίσιο καταπιέζονται. Για λίγες μέρες ο Άλλος γίνεται αποδεκτός χωρίς εξορθολογισμό: «δώρο» σημαίνει αναγνώριση, επιθυμία σύνδεσης, πράξη γενναιοδωρίας. Η αγάπη γίνεται πράξη, όχι αφηρημένο ιδεώδες, όπως επιμένει ο Fromm (2019).
Ο Jung (2025) μίλησε για τη δύναμη των αρχέτυπων που ανακαλούνται σε κάθε συλλογική τελετή. Το αρχέτυπο του Puer Aeternus –το αιώνιο παιδί– βρίσκεται στην καρδιά των Χριστουγέννων. Το βρέφος στη φάτνη συμβολίζει την ψυχική δυνατότητα να ξαναρχίσουμε, να μεταμορφωθούμε, να «επανορίσουμε» τον Εαυτό. Η φάτνη ως ταπεινός τόπος αναδεικνύει τη γέννηση μέσα από την έλλειψη και την τρωτότητα. Η αδυναμία γίνεται πηγή δύναμης. Αυτό το σύμβολο απαντά σε βαθύτερες υπαρξιακές ανάγκες σε εποχές ανασφάλειας, πολέμων, κρίσεων, κοινωνικής θραύσης (Jung, 2025).
Η ανθρωπολογία βοηθά να κατανοήσουμε τις χριστουγεννιάτικες πρακτικές όχι ως τυχαία έθιμα αλλά ως τελετουργικά ενταγμένα στη μακρά ιστορία των χειμερινών γιορτών. Το χειμερινό ηλιοστάσιο γιορταζόταν ως νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι. Ο Eliade (2002) τονίζει πως κάθε γιορτή αποτελεί επαναφορά στο ιερό χρονικό σημείο όπου ο κόσμος δημιουργείται ξανά. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο, η φωτιά, τα κεριά, αποτελούν αναβιώσεις αρχαίων πρακτικών ανανέωσης του χρόνου και του εαυτού. Το δέντρο ενώνει τα επίπεδα του κόσμου και συμβολίζει την αναγέννηση∙ τα στολίδια εμπεριέχουν επιθυμίες και οι φωτεινές γιρλάντες λειτουργούν ως αντισώματα έναντι του σκότους (Eliade, 2002).
Στη σύγχρονη κοινωνία, οι τελετουργίες ενδέχεται να απογυμνώνονται από περιεχόμενο μέσα από καταναλωτικές υπερβολές. Ωστόσο, η ανθρωπολογική έρευνα δείχνει ότι ακόμη και οι εμπορευματοποιημένες εκφάνσεις φέρουν λειτουργίες κοινωνικής συνοχής: οι άνθρωποι συναντιούνται, μοιράζονται χρόνο, επανεκτιμούν τις σχέσεις τους (Δουλκέρη, 2022). Το τραπέζι, η συνάντηση, η φιλοξενία λειτουργούν ως συμβολισμοί ένταξης, επανεκκίνησης και επανόρθωσης (Turner, 2014).
Πίσω όμως από τα φώτα, για πολλούς ανθρώπους ενεργοποιούνται συναισθήματα μοναξιάς, απώλειας, οικογενειακών εντάσεων. Η περίοδος μπορεί να γίνει καθρέφτης ανεκπλήρωτων επιθυμιών ή πεδίο δοκιμασίας των ψυχικών ορίων. Η ψυχαναλυτική ματιά δεν ωραιοποιεί αλλά αναγνωρίζει την πολλαπλότητα του βιώματος: τα Χριστούγεννα μπορούν να είναι θεραπευτικά, αλλά και τραυματικά (Freud, 2016). Μπορούν να ξυπνήσουν παιδικές μνήμες τρυφερότητας, αλλά και πληγές του παρελθόντος – μια μητέρα που έλειψε, ένας πατέρας που δεν επέστρεψε ποτέ. Η ανασύσταση του οικογενειακού πυρήνα φέρνει στην επιφάνεια τόσο την επιθυμία σύνδεσης όσο και τον φόβο της απόρριψης (Klein, 1998).
Εδώ η έννοια της επανόρθωσης έχει κεντρική σημασία. Η επανόρθωση δεν είναι απλώς συγχώρηση αλλά ενεργητική διαδικασία αναγνώρισης της καταστροφικότητας και προσπάθεια επανασύνδεσης με τον Άλλον (Klein, 1998). Αυτό εκδηλώνεται στα χριστουγεννιάτικα έθιμα μοιράσματος, φιλανθρωπίας και κοινωνικής αλληλεγγύης – όχι μόνο ως ηθική επιταγή, αλλά ως ψυχικό αίτημα (Fromm, 2019). Η αύξηση της προσφοράς, των δωρεών και των δράσεων στήριξης ευάλωτων πληθυσμών αποτελεί ασυνείδητη μορφή επανόρθωσης σε συλλογικό επίπεδο (Assmann, 2018), όσο και αν ο αλτρουισμός γίνεται εργαλείο του καπιταλισμού και της ενοχικής συλλογικά συμπεριφοράς μας απέναντι στην χαρά και την «ύλη, που ετούτη η ψεύτρα η εποχή την έχει για Θεό»(Νικολακοπούλου,1995)
Αν στα ψυχοδυναμικά επίπεδα τα Χριστούγεννα λειτουργούν ως επιστροφή στην πρωταρχική σχέση, στα κοινωνικά λειτουργούν ως ανανέωση του κοινωνικού ιστού (Turner, 2014). Η πόλη φωτίζεται, ο χρόνος «παγώνει», οι άνθρωποι συνδέονται με την παιδική φαντασία. Η περίοδος γίνεται μεταβατικός τόπος – ανάμεσα στο παλιό και το νέο – όπως η φάτνη βρίσκεται ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο (Winnicott, 1976).
Το μήνυμα των Χριστουγέννων δεν αφορά μόνο την ανάμνηση ενός γεγονότος αλλά τη δυνατότητα του ανθρώπου να ξαναγεννιέται. Σε έναν κόσμο κρίσεων – πολέμων, οικονομικής ανασφάλειας, μετακινήσεων, ψηφιακής αποξένωσης – η τελετουργία των Χριστουγέννων αποκτά υπαρξιακή βαρύτητα. Υπενθυμίζει ότι στο σκοτάδι υπάρχει φως, ότι η αγάπη είναι πράξη, ότι η κοινότητα οικοδομείται μέσα στη σχέση (Fromm, 2019). Το βρέφος καλεί σε τρυφερότητα, ευαλωτότητα, άνοιγμα στον Άλλον. Καλεί να αφήσουμε χώρο στο «θαύμα» – όχι ως υπερφυσικό γεγονός, αλλά ως ανθρώπινη δυνατότητα επαφής και συγχώρησης (Jung, 2025).
Τα Χριστούγεννα είναι η στιγμή που το συλλογικό ασυνείδητο αφηγείται ξανά την ιστορία της αναγέννησης (Jung, 2025). Δεν είναι μόνο θρησκευτική τελετή, αλλά ψυχική διαδικασία αναστοχασμού και αναδημιουργίας. Είναι η αναγνώριση ότι φωτίζουμε το σκοτάδι μας, ότι μοιραζόμαστε το ψωμί μας, ότι παρά την πτώση υπάρχει χώρος για ανάσταση. Το μήνυμα των Χριστουγέννων είναι βαθιά ανθρώπινο: ότι κανείς δεν γεννιέται μόνος και ότι η ζωή ανθίζει μέσα στη σχέση (Eliade, 2002).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Assmann, J. (2018). Η πολιτισμική μνήμη: Γραφή, ανάμνηση και πολιτική ταυτότητα. Χανιά: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Eliade, M. (2002). Το ιερό και το βέβηλο. Αθήνα: Αρσενίδης.
Freud, S. (2016). Τοτέμ και ταμπού. Αθήνα: Νίκας.
Fromm, E. (2019). Η τέχνη της αγάπης. Αθήνα: Διόπτρα.
Jung, C. G. (2025). Το Κόκκινο Βιβλίο (Έκδοση για τον αναγνώστη, ελλ. μετάφραση). Αθήνα: Διόπτρα.
Klein, M. (1998). Love, guilt and reparation. London: Vintage Publishing.
Turner, V. (2014). Από την τελετουργία στο θέατρο. Αθήνα: Ηριδανός.
Winnicott, D. W. (1976). Το παιδί, η οικογένεια και ο εξωτερικός κόσμος. Αθήνα: Καστανιώτης.
Νικολακοπούλου Λίνα (στίχοι), Δήμητρα Γαλάνη (ερμηνεία), (1995). Δίσκος «Ανάσα η Τέχνη της Καρδιάς»

