Η Ψυχική Υγεία στην Εποχή της Μοναξιάς και της Υπερσύνδεσης
Του Γιάννη Σαρηγιάννη, Κλινικού Ψυχολόγου, Ψυχοδυναμικού Ψυχοθεραπευτή,BsC, MSc.
Η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας μας καλεί, κάθε Οκτώβρη, να σκεφτούμε όχι μόνο την ατομική μας ευημερία, αλλά και το πώς η κοινωνία ορίζει, στηρίζει ή υπονομεύει την ψυχική υγεία. Ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία υπόσχεται απόλυτη επικοινωνία, αλλά το αίσθημα της μοναξιάς φαίνεται να διογκώνεται δραματικά. Η υπερσύνδεση των σωμάτων και η αποσύνδεση των ψυχών συνιστούν, ίσως, το πιο χαρακτηριστικό παράδοξο του σύγχρονου πολιτισμού.
Η υπερσύνδεση ως ψευδαίσθηση οικειότητας
Η οικειότητα, στην ψυχαναλυτική θεώρηση, δεν είναι αυτονόητη. Είναι αποτέλεσμα μιας επίπονης διεργασίας σχέσης με το Άλλο, που απαιτεί τη συνάντηση με τη διαφορά και την αντοχή στην απώλεια. Όπως τόνιζε ο D. W. Winnicott, η ικανότητα να είμαστε μόνοι παρουσία του άλλου αποτελεί ένδειξη ψυχικής ωριμότητας· προϋποθέτει την εσωτερίκευση μιας αξιόπιστης σχέσης που μας επιτρέπει να αντέχουμε την απουσία¹.
Στον αντίποδα, η κουλτούρα των κοινωνικών δικτύων προσφέρει μια εικονική συνάφεια χωρίς πραγματική παρουσία. Το υποκείμενο εκτίθεται διαρκώς σε ένα βλέμμα που το επιβεβαιώνει αλλά δεν το αναγνωρίζει. Η ψηφιακή επικοινωνία λειτουργεί, συχνά, ως μια νέα μορφή «καθρέφτη», όπου ο άλλος δεν είναι πρόσωπο αλλά επιφάνεια. Όπως θα έλεγε ο J. Lacan, το Εγώ συγκροτείται μέσα από την εικόνα του, αλλά η ταύτιση αυτή εμπεριέχει πάντα μια ψευδαίσθηση πληρότητας². Στην εποχή της υπερσύνδεσης, η ψευδαίσθηση αυτή έχει γίνει κοινωνικός κανόνας.
Το άγχος του “τώρα” και η αδυναμία εσωτερικού χρόνου
Η αδιάκοπη ροή πληροφοριών και ερεθισμάτων δημιουργεί έναν ψυχισμό εγκλωβισμένο σε ένα αιώνιο παρόν. Ο χρόνος της εσωτερικότητας, της σκέψης και της συναισθηματικής επεξεργασίας συμπιέζεται μέσα σε μια κουλτούρα αδιάκοπης απόδοσης. Ο Byung-Chul Han περιγράφει τη σύγχρονη κοινωνία ως «κοινωνία της κόπωσης»³: ένα σύστημα όπου η υπερδραστηριότητα και η αυτοεκμετάλλευση μεταμφιέζονται σε ελευθερία.
Η ψυχαναλυτική πράξη αντιπροτείνει την παύση, τη σιωπή και τη μη-πράξη ως προϋποθέσεις επεξεργασίας του ψυχικού υλικού. Εκεί όπου η κοινωνία ζητά εξωστρέφεια και αποδοτικότητα, η ψυχανάλυση προτάσσει την αξία της σιωπής που παράγει νόημα. Το ασυνείδητο, εξάλλου, δεν λειτουργεί με την ταχύτητα του διαδικτύου· χρειάζεται χρόνο για να μιλήσει, να συνδεθεί, να συμβολοποιήσει.
Η μοναξιά ως τραύμα και δυνατότητα
Η μοναξιά δεν είναι απλώς σύμπτωμα, αλλά και δημιουργική συνθήκη. Ο Winnicott μιλούσε για τη «δημιουργική μοναξιά» ως θεμέλιο της εσωτερικής ζωής. Όταν, όμως, η μοναξιά βιώνεται χωρίς τη δυνατότητα σχέσης, μετατρέπεται σε απομόνωση, σε αίσθηση μη-νοήματος και αποσύνδεσης. Ο Zygmunt Bauman, περιγράφοντας τη «ρευστή κοινωνία»⁴, επισημαίνει πως οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται εύθραυστες και αναλώσιμες· η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη αντικαθίστανται από προσωρινές συνδέσεις χωρίς διάρκεια.
Η υπερσύνδεση, αντί να καταργεί τη μοναξιά, τη βαθαίνει. Δημιουργεί ένα είδος κοινωνικής μοναξιάς, όπου το άτομο περιβάλλεται από πλήθος «επαφών» αλλά στερείται πραγματικής σχέσης. Η εμπειρία αυτή είναι βαθιά ψυχική: το άτομο βιώνει την απουσία του Άλλου ως απώλεια νοήματος και αναγνώρισης.
Η ψυχική υγεία ως κοινωνική ευθύνη
Η ψυχική υγεία δεν είναι αποκλειστικά προσωπική υπόθεση. Ο Sigmund Freud ήδη από το 1930, στο έργο Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας⁵, επεσήμανε πως η ψυχική οδύνη είναι συνυφασμένη με τις κοινωνικές δομές που επιβάλλουν καταστολή των επιθυμιών και υπερβολική προσαρμογή. Στη σημερινή κοινωνία της επιτελεστικότητας, η εντολή «να είσαι ευτυχισμένος» λειτουργεί ως νέο μορφωτικό υπερεγώ: όποιος υποφέρει, νιώθει ενοχή για την ίδια του τη θλίψη.
Η ψυχική υγεία, επομένως, είναι δείκτης συλλογικού πολιτισμού. Μια κοινωνία που αποδέχεται τη διαφορετικότητα, που προστατεύει τον ευάλωτο και που δίνει χώρο στο μη-παραγωγικό, προάγει την ψυχική ανθεκτικότητα των μελών της. Ο τρόπος που μιλάμε για την ψυχική ασθένεια, ο βαθμός στίγματος ή αποδοχής, αποκαλύπτουν το βάθος του πολιτισμού μας.
Από την υπερσύνδεση στην επανασύνδεση
Η εποχή μας δεν χρειάζεται περισσότερη επικοινωνία, αλλά ουσιαστικότερη συνάντηση. Το αίτημα δεν είναι να μιλάμε διαρκώς, αλλά να μπορούμε να ακούμε — τον άλλον, τον εαυτό, τη σιωπή ανάμεσά μας. Η ψυχαναλυτική εμπειρία μας υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος θεραπεύεται όταν κατορθώνει να δώσει λόγο στο τραύμα του· όταν το άρρητο μετασχηματίζεται σε αφήγηση, σχέση, νόημα.
Η ψυχική υγεία, τελικά, δεν είναι απουσία συμπτωμάτων. Είναι η ικανότητα να παραμένουμε σε επαφή με την εσωτερική μας αλήθεια, να αντέχουμε τη μοναξιά χωρίς να παραιτούμαστε από τη σχέση. Σε μια εποχή υπερσύνδεσης, ίσως η πιο βαθιά πράξη ψυχικής αντίστασης είναι να μάθουμε ξανά να είμαστε παρόντες.
Υποσημειώσεις
-
Winnicott, D. W. (1958). The Capacity to Be Alone. International Journal of Psychoanalysis, 39, 416–420.
-
Lacan, J. (1949). Le stade du miroir comme formateur de la fonction du Je. Revue Française de Psychanalyse.
-
Han, B.-C. (2010). Müdigkeitsgesellschaft [Η κοινωνία της κόπωσης]. Berlin: Matthes & Seitz.
-
Bauman, Z. (2000). Liquid Modernity. Cambridge: Polity Press.
-
Freud, S. (1930). Das Unbehagen in der Kultur [Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας].
