Η διαβητική υπερφαγία, γνωστή και ως πολυφαγία, εμφανίζεται συχνά σε άτομα με διαβήτη. Είναι μια κατάσταση κατά την οποία το άτομα αισθάνεται διαρκώς να πεινάει, ακόμα και έχει καταναλώσει ήδη αρκετό φαγητό. Αυτό συμβαίνει επειδή τα προβλήματα με την ινσουλίνη εμποδίζουν τη σωστή μεταφορά της γλυκόζης (σακχάρου) στα κύτταρα για παραγωγή ενέργειας.
Πρόκειται για ένα σύμπτωμα που μπορεί να κάνει την καθημερινότητα δύσκολη, εγκλωβίζοντας το άτομα σε έναν φαύλο κύκλο υπερκατανάλωσης τροφής και πιθανόν αύξησης βάρους.
Η υπερφαγία μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε υπεργλυκαιμία (υψηλό σάκχαρο) όσο και σε υπογλυκαιμία (χαμηλό σάκχαρο), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι και προειδοποιητικό σημάδι για διαβητική κετοξέωση, μια δυνητικά επικίνδυνη για τη ζωή επιπλοκή. Σύμφωνα με ειδικούς στο Very Well Health, συνδέεται κυρίως με τον διαβήτη, αλλά και με άλλες καταστάσεις, όπως:
Η υπερφαγία είναι κοινό σύμπτωμα σε όλους τους τύπους διαβήτη: τύπου 1, τύπου 2 και κύησης. Μάλιστα, αποτελεί ένα από τα τρία χαρακτηριστικά συμπτώματα του αρρύθμιστου διαβήτη, γνωστά ως «τα τρία Π»:
Στον διαβήτη, η υπερφαγία προκύπτει επειδή τα κύτταρα δεν παίρνουν γλυκόζη για ενέργεια, με αποτέλεσμα το σώμα να «πεινάει» ακόμα και αν υπάρχει περίσσεια σακχάρου στο αίμα.
Τα πιο συχνά συμπτώματα της υπερφαγίας είναι:
Η διαβητική υπερφαγία δεν έχει συναισθηματική βάση, όπως στη βουλιμία ή στα επεισόδια υπερφαγίας. Εδώ, το άτομο τρώει επειδή πραγματικά νιώθει πείνα λόγω ανισορροπίας σακχάρου και ινσουλίνης.
Στα άτομα με διαβήτη, η υπερφαγία συνδέεται με προβλήματα που σχετίζονται με την ινσουλίνη και τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
Υπεργλυκαιμία (Υψηλό σάκχαρο στο αίμα)
Η σχέση ανάμεσα στην υπεργλυκαιμία και την υπερφαγία είναι άμεση, με την ινσουλίνη να αποτελεί τον κύριο παράγοντα. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που λειτουργεί σαν «κλειδί», επιτρέποντας στη γλυκόζη του αίματος να εισέλθει στα κύτταρα για να χρησιμοποιηθεί ως ενέργεια. Στον διαβήτη, το σώμα είτε δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη είτε δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά (κατάσταση γνωστή ως αντίσταση στην ινσουλίνη).
Έτσι, όσο γλυκόζη κι αν προσλαμβάνεται από την τροφή, δεν φτάνει στα κύτταρα όπως θα έπρεπε. Και επειδή δεν παράγεται ενέργεια, το άτομο νιώθει πείνα καθώς τα κύτταρα του σώματος παραμένουν άδεια από «καύσιμα». Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: η υπερφαγία οδηγεί σε υψηλό σάκχαρο και το υψηλό σάκχαρο προκαλεί περαιτέρω προβλήματα με την ινσουλίνη.
Υπογλυκαιμία (Χαμηλό σάκχαρο στο αίμα)
Η υπογλυκαιμία μπορεί να εμφανιστεί τόσο σε άτομα με διαβήτη όσο και χωρίς. Και στις δύο περιπτώσεις, συμβαίνει όταν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα πέφτουν. Σε άτομα με διαβήτη εμφανίζεται επίσης όταν υπάρχει υπερβολική ποσότητα ινσουλίνης στο αίμα. Τότε, το ήπαρ σταματά να εκκρίνει γλυκόζη, με αποτέλεσμα η γλυκόζη στο αίμα να μειώνεται. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν λαμβάνεται υπερβολική δόση ινσουλίνης ή φαρμάκων για τον διαβήτη.
Όταν δεν υπάρχει αρκετή γλυκόζη για να τροφοδοτηθούν τα κύτταρα, τα επίπεδα ενέργειας πέφτουν και η αίσθηση της πείνας αυξάνεται, ακόμη και αν η πρόσληψη τροφής είναι επαρκής. Επεισόδια υπογλυκαιμίας μπορούν επίσης να συμβούν τη νύχτα, προκαλώντας έντονες λιγούρες.
Διαβητική Κετοξέωση (DKA)


