Η στεφανιαία νόσος, δηλαδή η στένωση ή απόφραξη των αγγείων που αιματώνουν την καρδιά, παραμένει μία από τις πιο συχνές αιτίες θανάτου, αναφέρει ο Καθηγητής Σωτήριος Μαρινάκης, Καρδιοχειρουργός, Διευθυντής Κλινικής Ελάχιστα Επεμβατικής Καρδιοχειρουργικής, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. Όταν τα αγγεία αυτά δεν μπορούν πλέον να τροφοδοτήσουν επαρκώς τον καρδιακό μυ, ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα, όπως πόνο στο στήθος, δύσπνοια, έντονη κόπωση, ακόμα και λιποθυμικά επεισόδια. Η μακροχρόνια λύση στις περιπτώσεις αυτές είναι συνήθως η χειρουργική αποκατάσταση της κυκλοφορίας μέσω της επέμβασης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης, ευρύτερα γνωστής ως “bypass”.
Περισσότερο από το 70% των επεμβάσεων καρδιάς αφορούν αυτήν την τεχνική. Παραδοσιακά, η επέμβαση αυτή πραγματοποιείται με διάνοιξη του στέρνου, μια διαδικασία γνωστή ως «στερνοτομή», ώστε ο χειρουργός να έχει άμεση πρόσβαση στην καρδιά. Αν και η προσέγγιση αυτή είναι αποτελεσματική και ασφαλής, εντούτοις συνεπάγεται σημαντική χειρουργική επιβάρυνση, μακρύτερη ανάρρωση, ενδεχόμενες επιπλοκές όπως λοίμωξη του στέρνου ή χρόνιος πόνος, καθώς και έντονο αισθητικό αποτύπωμα.
Σήμερα, η τεχνολογία, η εκπαίδευση και η συσσωρευμένη εμπειρία μας δίνουν τη δυνατότητα να προσφέρουμε στους ασθενείς μια εναλλακτική, λιγότερο τραυματική, αλλά εξίσου αποτελεσματική λύση, την ενδοσκοπική καρδιοχειρουργική στεφανιαίων αγγείων. Πρόκειται για μια ελάχιστα επεμβατική μέθοδο bypass, η οποία διατηρεί την υψηλή αποτελεσματικότητα της κλασικής τεχνικής, αλλά χωρίς να απαιτεί διάνοιξη του θώρακα.
Η διαδικασία διαφοροποιείται ριζικά από την παραδοσιακή. Αντί να ανοίξουμε το στέρνο, πραγματοποιούμε τρεις πολύ μικρές οπές, μικρότερες του ενός εκατοστού, στο πλάγιο θωρακικό τοίχωμα. Μέσω αυτών εισάγεται μια ενδοσκοπική κάμερα υψηλής ανάλυσης (3D, 4K) καθώς και εξειδικευμένα εργαλεία, με τα οποία παρασκευάζουμε τις αρτηρίες που θα χρησιμοποιηθούν ως μοσχεύματα. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιούμε την αριστερή και δεξιά έσω μαστική αρτηρία, οι οποίες παρουσιάζουν εξαιρετική βατότητα σε βάθος δεκαετιών, σε σύγκριση με τα φλεβικά μοσχεύματα.
Αφού προετοιμαστούν τα μοσχεύματα, η αναστόμωση, δηλαδή η σύνδεση τους με τα στεφανιαία αγγεία, γίνεται μέσω μιας μικρής τομής περίπου 6 εκατοστών, επίσης στο πλάγιο του θώρακα. Ολόκληρη η επέμβαση εκτελείται σε πάλλουσα καρδιά, δηλαδή με την καρδιά σε λειτουργία, χωρίς να απαιτείται η διακοπή της κυκλοφορίας ή η χρήση εξωσωματικής μηχανής, εκτός εάν υπάρχουν άλλες ενδείξεις.
Η προσέγγιση αυτή προσφέρει πολλαπλά οφέλη στον ασθενή:
Η τεχνική αυτή είναι κατάλληλη για όλους τους ασθενείς που έχουν ένδειξη για bypass. Δεν υπάρχουν απόλυτες αντενδείξεις, πέρα από σπάνιες περιπτώσεις με ιδιαίτερα ανατομικά ή λειτουργικά προβλήματα. Στην πράξη, κάθε ασθενής μπορεί να αντιμετωπιστεί ενδοσκοπικά, αρκεί να βρίσκεται στα χέρια εξειδικευμένης ομάδας με εμπειρία στην τεχνική.
Η ενδοσκοπική καρδιοχειρουργική bypass απαιτεί ειδική εκπαίδευση, πολυετή εμπειρία και προηγμένο εξοπλισμό. Προς το παρόν, η πλειονότητα των καρδιοχειρουργών εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την παραδοσιακή μέθοδο λόγω της απουσίας κατάλληλης κατάρτισης και υποδομών. Αυτό όμως αλλάζει σταδιακά, με τη δημιουργία εξειδικευμένων κέντρων αναφοράς.
Στην Κλινική Ελάχιστα Επεμβατικής Καρδιοχειρουργικής του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, εφαρμόζουμε αποκλειστικά την ενδοσκοπική προσπέλαση για στεφανιαία bypass, όντας το μοναδικό κέντρο στην Ελλάδα με αυτή τη δυνατότητα και εμπειρία.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα για θέματα που αφορούν την υγεία σας, εδώ.


