Η χοληστερόλη είναι ένας δείκτης που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους. Δεν πονάει, δεν «φαίνεται» και συχνά ανακαλύπτεται τυχαία σε μια γενική εξέταση αίματος. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί τη θεωρούν έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθεια και εγκεφαλικό επεισόδιο, δύο από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), σχεδόν 25 εκατομμύρια ενήλικες στις ΗΠΑ ζουν με ολική χοληστερόλη ≥240 mg/dL, επίπεδα που θεωρούνται «υψηλά». Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, τα ποσοστά είναι αντίστοιχα ανησυχητικά: μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι πάνω από το μισό του ενήλικου πληθυσμού εμφανίζει κάποια μορφή δυσλιπιδαιμίας.
Η χοληστερόλη είναι μια λιπαρή, κηρώδης ουσία απαραίτητη για τη λειτουργία του οργανισμού. Το σώμα τη χρειάζεται για να σχηματίσει ορμόνες, βιταμίνη D και ουσίες που βοηθούν στη χώνευση. Όμως, όταν βρίσκεται σε υπερβολική ποσότητα στο αίμα, γίνεται επικίνδυνη.
Η εξέταση αίματος που μετρά τη χοληστερόλη ονομάζεται «λιπιδαιμικό προφίλ» και περιλαμβάνει:
Τα επίπεδα χοληστερόλης αυξάνονται με την ηλικία. Στην ηλικία 20–39 ετών οι άνδρες εμφανίζουν συχνά υψηλότερα επίπεδα από τις γυναίκες. Μετά την εμμηνόπαυση όμως, οι γυναίκες βλέπουν τις τιμές τους να ανεβαίνουν, εξισώνοντας ή ξεπερνώντας εκείνες των ανδρών.
Οι παιδιατρικές οδηγίες αναφέρουν ότι τα παιδιά πρέπει να κάνουν τουλάχιστον δύο ελέγχους: μία φορά στα 9–11 έτη και ξανά στα 17–21 έτη. Αν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου (παχυσαρκία, διαβήτης, οικογενειακό ιστορικό), οι εξετάσεις γίνονται νωρίτερα και πιο συχνά.
Για παιδιά και εφήβους (≤19 ετών):
Για ενήλικες άνδρες:
Για ενήλικες γυναίκες:
Κατηγοριοποίηση LDL στους ενήλικες:
HDL:
Ο κ. Κωνσταντίνος Μπακογιάννης MD PhD, Ειδικός Καρδιολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Γ’ Πανεπιστημιακής Κλινικής, Α.Π.Θ. μίλησε στο Newsbeast και εξηγεί: «Είναι ζωτικής σημασίας να τονιστεί ότι οι τιμές «στόχοι» για τη χοληστερόλη και ιδιαίτερα για την LDL χοληστερόλη είναι προσωποποιημένοι. Για τα ενήλικα άτομα, οι στόχοι αυτοί εξαρτώνται όχι απλώς από την ηλικία αλλά και από τον υπολογιζόμενο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Ο κίνδυνος αυτός υπολογίζεται με ειδικά μοντέλα, όπως είναι το SCORE2 για άτομα 40-69 ετών και με το SCORE2-OP για άτομα ≥70 ετών. Τα μοντέλα αυτά εκτιμούν το 10ετή κίνδυνο θανάτου ή σοβαρού καρδιαγγειακού επεισοδίου (π.χ. έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό) και βοηθούν ώστε να κατηγοριοποιήσουμε τον κίνδυνο σε Χαμηλό, Μέτριο, Υψηλό και Πολύ Υψηλό. Όσο πιο αυξημένος υπολογίζεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος για κάποιο άτομο τόσο πιο χαμηλή είναι η τιμή στόχος για την LDL χοληστερόλη. Για τον ελληνικό πληθυσμό, έχει αναπτυχθεί από την Ελληνική Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης, με βάση το SCORE2, το HellenicSCOREII+ (https://atherosclerosis.gr/hellenicscore/).»
Η αύξηση δεν είναι τυχαία. Οι γιατροί κατονομάζουν συγκεκριμένους παράγοντες:
«Ένας παράγοντας κινδύνου, που έχει έρθει τελευταία στο προσκήνιο και συχνά παραβλέπεται, είναι τα υψηλά επίπεδα της Λιποπρωτεΐνης-άλφα ή Lp(a). Με βάση τις υπάρχουσες γνώσεις, πρόκειται για μια γενετικά καθορισμένη μορφή «κακής» χοληστερόλης, που είναι επίσης αθηρογόνα. Οι νεότερες οδηγίες συστήνουν τη μέτρηση της Lp(a) τουλάχιστον μια φορά στη ζωή κάθε ενηλίκου, και ιδιαίτερα σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό πρώιμης εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου. Επίπεδα μεγαλύτερα από 50mg/dl (105nmol/l) σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο. Προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου όπως το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» που πραγματοποιείται τους τελευταίους μήνες στη χώρα μας, μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό παραγόντων κινδύνου όπως είναι η Lp(a)» αναφέρει ο κ. Μπακογιάννης.
Η μεγάλη εθνική μελέτη EMENO (2013–2016) κατέγραψε ότι 60% των ενηλίκων είχαν ολική χοληστερόλη ≥190 mg/dL ή λάμβαναν ήδη φάρμακα. Άλλες μελέτες δείχνουν ότι πάνω από το 50% του πληθυσμού έχει δυσλιπιδαιμία, ενώ μόλις το 14–23% λαμβάνει θεραπεία.


