Μια νέα συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο BMC Gastroenterology έρχεται να ρίξει φως στη σχέση ανάμεσα στη διατροφή και τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου, αναδεικνύοντας το μπρόκολο και τα συγγενικά του σταυρανθή λαχανικά σε σημαντικούς «συμμάχους» της πρόληψης.
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου (ΚΠΕ) αποτελεί την τρίτη πιο συχνή μορφή καρκίνου παγκοσμίως και ταυτόχρονα τη δεύτερη αιτία θανάτου που σχετίζεται με καρκίνο. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά:
Αν και οι παράγοντες κινδύνου ποικίλλουν (γενετικοί, περιβαλλοντικοί, τρόπος ζωής), η διατροφή αναδεικνύεται ως ένας από τους πιο καθοριστικούς και το κυριότερο, τροποποιήσιμους.
Η μελέτη συγκέντρωσε και ανέλυσε δεδομένα από περισσότερες από 17 επιμέρους έρευνες. Συνολικά:
Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι όσοι κατανάλωναν μεγαλύτερες ποσότητες σταυρανθών λαχανικών (μπρόκολο, λάχανο, κουνουπίδι, λαχανάκια Βρυξελλών) εμφάνισαν 20% χαμηλότερο κίνδυνο σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν λιγότερα.
Μία από τις σημαντικότερες πτυχές της ανασκόπησης ήταν η διερεύνηση της σχέσης δόσης–απόκρισης, δηλαδή πώς η ποσότητα κατανάλωσης επηρεάζει τον κίνδυνο.
Οι ερευνητές, αξιοποιώντας δεδομένα από επτά προοπτικές μελέτες (cohorts) και δέκα μελέτες περίπτωσης–ελέγχου (case-control), εντόπισαν συγκεκριμένα «κατώφλια» προστασίας:
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: η κατανάλωση 20–40 γραμμαρίων ημερησίως φαίνεται να προσφέρει τη μεγαλύτερη «απόδοση ανά γραμμάριο», με την προστασία να φτάνει σε σημείο κορεσμού από τα 40 g και άνω.
Η προληπτική ισχύς των σταυρανθών δεν στηρίζεται μόνο σε στατιστικές παρατηρήσεις, αλλά και σε βιολογικά τεκμηριωμένους μηχανισμούς.
Τα λαχανικά αυτά είναι ιδιαίτερα πλούσια σε:
Ωστόσο, το πιο καθοριστικό τους στοιχείο είναι τα γλυκοσινολικά. Κατά το μάσημα, οι ενώσεις αυτές διασπώνται σε ισοθειοκυανικά, με χαρακτηριστικότερο τη σουλφοραφάνη (SFN), μια βιοδραστική ουσία με ισχυρές χημειοπροληπτικές ιδιότητες.
Σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, τα ισοθειοκυανικά:
Αυτός ο συνδυασμός δράσεων εξηγεί γιατί το μπρόκολο και τα συγγενικά του λαχανικά ξεχωρίζουν στη διεθνή βιβλιογραφία για τον πιθανό τους αντικαρκινικό ρόλο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η ένταση του προστατευτικού αποτελέσματος δεν ήταν ομοιόμορφη ανά τον κόσμο:
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτό ίσως οφείλεται σε διαφορές διατροφικών συνηθειών, τρόπων μαγειρέματος, ακόμα και γενετικών ή περιβαλλοντικών παραγόντων που δεν αποτυπώνονται πλήρως στις αναλύσεις.
