Ένα δωρεάν διαδικτυακό εργαλείο που μετατρέπει τον κλασικό ποσοστιαίο κίνδυνο καρδιαγγειακού επεισοδίου σε «ηλικία της καρδιάς» παρουσιάστηκε από ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Feinberg του Northwestern. Η νέα μέτρηση (που βασίζεται στις σύγχρονες εξισώσεις PREVENT της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας) δοκιμάστηκε σε εθνικά αντιπροσωπευτικό δείγμα ενηλίκων και έδειξε ότι, κατά μέσο όρο, η «ηλικία της καρδιάς» είναι αρκετά μεγαλύτερη από τη χρονολογική ηλικία για πολλούς Αμερικανούς.
Γιατί έχει σημασία: Οι καρδιαγγειακές παθήσεις παραμένουν η κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως. Πρόσφατες αναλύσεις της παγκόσμιας επιβάρυνσης νόσων δείχνουν ότι τα ετήσια θύματα από καρδιαγγειακά νοσήματα έχουν φτάσει περίπου τα 19,8 εκατομμύρια το 2022, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την έγκαιρη και κατανοητή γνώση του κινδύνου.
Η «ηλικία της καρδιάς» (risk age) είναι ένας τρόπος παρουσίασης του υπολογιζόμενου κινδύνου καρδιαγγειακού επεισοδίου ως ηλικιακό αντίστοιχο, δηλαδή ως η ηλικία ενός υποθετικού ατόμου με «ιδανικά» επίπεδα παραγόντων κινδύνου που αντιστοιχούν στον ίδιο απόλυτο κίνδυνο.
Η νεότερη εκδοχή βασίζεται στις εξισώσεις PREVENT, οι οποίες ενσωματώνουν παράγοντες καρδιαγγειακής, νεφρικής και μεταβολικής υγείας και έχουν σχεδιαστεί για να δίνουν 10ετή (και σε νεότερες ηλικίες, 30ετή) εκτίμηση κινδύνου. Το νέο διαδικτυακό εργαλείο, ονομάζεται PREVENT Risk Age Calculator, ζητά συνήθεις κλινικές πληροφορίες: αρτηριακή πίεση, επίπεδα χοληστερόλης, ιστορικό καπνίσματος, διαβήτη, καθώς και το αν το άτομο λαμβάνει σκευάσματα όπως στατίνες ή αντιυπερτασικά.
Για να αξιολογήσουν το εργαλείο, οι ερευνητές εφάρμοσαν τις εξισώσεις PREVENT στο σύνολο δεδομένων της Εθνικής Έρευνας Εξέτασης Υγείας και Διατροφής των ΗΠΑ (NHANES) για την περίοδο 2011–2020. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 14.184 ενήλικες ηλικίας 30–79 ετών που δεν είχαν ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου τη στιγμή της έρευνας.
Οι ερευνητές υπολόγισαν την «ηλικία κινδύνου» για κάθε συμμετέχοντα και ανέλυσαν τη διαφορά μεταξύ αυτής και της χρονολογικής ηλικίας. Η εργασία δημοσιεύθηκε στο JAMA Cardiology.
Η ανάλυση έδειξε σημαντικές αποκλίσεις:
Η επικεφαλής συγγραφέας, Sadiya S. Khan, MD, MS, Magerstadt Professor of Cardiovascular Epidemiology στο Feinberg, δηλώνει ότι η μετατροπή του ποσοστιαίου κινδύνου σε «ηλικία καρδιάς» μπορεί να διευκολύνει τη συζήτηση για την πρόληψη και τις θεραπείες που μειώνουν τον κίνδυνο καρδιακών επεισοδίων. Η ομάδα της Δρ. Khan δηλώνει επίσης ότι το εργαλείο δεν αντικαθιστά την κλινική εκτίμηση και προτείνει να χρησιμοποιείται σε συνεργασία με ιατρούς, ενώ σκοπεύει να μελετήσει εάν η παρουσίαση του κινδύνου με αυτόν τον τρόπο βελτιώνει τελικά τα κλινικά αποτελέσματα.
Καρδιολόγοι που μίλησαν για τη μελέτη τόνισαν την πρακτική αξία της απλούστευσης της επικοινωνίας:
Οι ειδικοί λένε ότι η αξία του εργαλείου είναι διπλή:
Τα προτεινόμενα βήματα όταν η «ηλικία καρδιάς» υπερβαίνει σημαντικά την πραγματική ηλικία περιλαμβάνουν: διακοπή καπνίσματος, βελτίωση διαιτολογικών συνηθειών, αύξηση σωματικής δραστηριότητας και έλεγχο/θεραπεία υπέρτασης και υπερχοληστερολαιμίας σε συνεργασία πάντα με τον θεράποντα ιατρό.
Οι δημιουργοί και ανεξάρτητοι σχολιαστές επισημαίνουν περιορισμούς: το εργαλείο βασίζεται σε παραδοσιακούς κλινικούς δείκτες και πιθανώς δεν λαμβάνει υπόψη μερικούς παράγοντες (π.χ. λεπτομερή δεδομένα άσκησης, κάποιους κοινωνικούς ή γυναικολογικούς παράγοντες) που μπορεί να επηρεάζουν τον κίνδυνο.
Επιπλέον, η παρουσίαση του κινδύνου ως «ηλικία» είναι εργαλείο επικοινωνίας και δεν αποτελεί υποκατάστατο για εξατομικευμένη κλινική εκτίμηση. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι χρειάζεται μελλοντική έρευνα για να επαληθευθεί η προγνωστική ισχύς και να εξεταστεί εάν η χρήση της «ηλικίας καρδιάς» οδηγεί σε μετρήσιμη μείωση των επεισοδίων καρδιακής νόσου.
Η μετατροπή πολύπλοκων ποσοστών κινδύνου σε μια πιο «προσβάσιμη» ηλικιακή ένδειξη φαίνεται να αποκαλύπτει σημαντικές διαφορές ανά φύλο, κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και εθνοτική ομάδα. Το νέο, δωρεάν ηλεκτρονικό εργαλείο που βασίζεται στις εξισώσεις PREVENT παρέχει μια πρακτική μέθοδο για να εντοπιστούν άτομα με αυξημένο κίνδυνο, αλλά δεν υποκαθιστά την ιατρική αξιολόγηση και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί εάν η χρήση του βελτιώνει μακροπρόθεσμα την υγεία του πληθυσμού.


