Εδώ και πολλά χρόνια, η Παναγία της Αγιάσου συγκεντρώνει τον Δεκαπενταύγουστο πλήθος προσκυνητών από κάθε γωνιά της Λέσβου και όχι μόνο. Το πανηγύρι της Παναγιάς δεν ήταν και δεν είναι απλώς μια θρησκευτική γιορτή, μια μέρα προσευχής, είναι και μέρα κοινωνικής συνάντησης, εμπορίου, ακόμα και ειδησεογραφικού ενδιαφέροντος.
Οι εφημερίδες της Μυτιλήνης συνήθιζαν, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, να στέλνουν στην Αγιάσο ανταποκριτές, ώστε να καλύψουν το γεγονός από κοντά. Με σημειωματάριο στο χέρι, κατέγραφαν όχι μόνο τις εκδηλώσεις μέσα στο ναό, αλλά και όλο το ταξίδι, αφού άλλοι πήγαιναν πεζοί και άλλοι με αμάξια. Κατέγραφαν, επίσης, τους δρόμους, το χωριό, τα πρόσωπα, τα ήθη.
Μέσα από αυτά τα ρεπορτάζ, με τις γλαφυρές περιγραφές και τις ανθρώπινες στιγμές, ξεδιπλώνεται μια πολύχρωμη εικόνα, άλλοτε με θρησκευτική κατάνυξη, άλλοτε ως λαϊκό πανηγύρι, που διασώζει ωστόσο το πνεύμα μιας άλλης εποχής όπου μπορούμε να ξαναζήσουμε με λεπτομέρεια την εμπειρία του πανηγυριού όπως την έζησε μια ολόκληρη γενιά.
Η Δημόσια Κεντρική βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, όπως λέει στο ΑΠΕ ΜΠΕ η διευθύντριά της, Μαρία Γρηγορά, αξιοποιώντας το πλούσιο αρχειακό και έντυπο υλικό της, ανοίγει ένα παράθυρο στο παρελθόν της Λέσβου και αναδεικνύει ιστορίες από την καθημερινή ζωή, τα έθιμα και τις παραδόσεις του νησιού.
Μέσα από το πλούσιο υλικό της, μας φέρνει κοντά στους ανθρώπους, στις συνήθειες και στις χαρές τους μιας άλλης εποχής και μας επιτρέπει να περπατήσουμε ξανά στους δρόμους, στις πλατείες και στα πανηγύρια του νησιού, ζωντανεύοντας στιγμές που έχουν χαραχτεί στη μνήμη των κατοίκων του.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πανηγύρι της Παναγιάς της Αγιάσου, όπως περιγράφεται στα εκτενή αφιερώματα των εφημερίδων «Ελεύθερος Λόγος» το 1925 και «Ταχυδρόμος» το 1926.
Όλοι οι δρόμοι της Λέσβου, όπως μας λένε στις ανταποκρίσεις τους οι δημοσιογράφοι της εποχής, οδηγούσαν προς την Αγιάσο. Από τα χαράματα, παρέες, οικογένειες, ακόμα και μοναχικοί προσκυνητές έπαιρναν τον δρόμο για την Αγιάσο. Δρόμοι κακοτράχαλοι, αδιάβατοι σε ορισμένα σημεία.
Ο δρόμος είναι γεμάτος κοσμάκη. Άντρες, γυναίκες με τα μικρά τους στην αγκαλιά, ξυπόλητες και μαντηλικωμένες, παιδάκια, γριούλες με μαύρα τσιμπέρια στο κεφάλι και γέροι με άλικα κόκκινα φέσια, καβαλικεμένοι πάνω σε γαϊδουράκια και μουλάρια, παληκάρια φορτωμένα μαύρα κριάρια που τα πάνε «κουρμπάνια» στη χάρη της, άλλοι με χήνες, πάπιες, πετεινούς, περιστέρια, ταξίματα της Παναγιάς, σε μεγάλες και χαρούμενες παρέες τραβούνε σιγά σιγά. Προσπερνούμε πολλά τέτοια καραβάνια και με το ρόδισμα της ανατολής φτάνουμε σ’ ένα καφενεδάκι στου «Κλίτα», μας πληροφορεί ο ανταποκριτής του Ταχυδρόμου το 1926.
Άλλοι πάλι με δεμένα πισθάγκωνα τα χέρια τους ή κρατώντας μια πέτρα εκτελούν το τάμα τους: «Αξπόλτσα τσι διμέν’ πστάγκνα, θαν έρτου στ’ χαρς» (*Ξυπόλυτη και πισθάγκωνα δεμένη θα έρθω στη χάρη σου), τάμα που λύνεται μόνο μπροστά στην Παναγιά. Στην Καρύνη, κάτω από τους αιωνόβιους πλατάνους και τα τρεχούμενα παγωμένα νερά, ήταν η πρώτη μεγάλη ανάπαυλα. Από εκεί οι προσκυνητές συνεχίζουν, όπως άλλωστε συμβαίνει ακόμη και σήμερα την ανάβαση της Πατωμένης, τoυ πλακόστρωτου ανηφορικού μονοπατιού που οδηγεί στην Αγιάσο.
Φτάνοντας στο χωριό, ο επισκέπτης συναντούσε την πρώτη μεγάλη χαρά: τις Αγιασώτισσες στα γιορτινά τους. Καθισμένες μπροστά στις πόρτες, με πολύχρωμα σαλβάρια σε κάθε απόχρωση, κίτρινα, μπλε, ροζ, κόκκινα, πράσινα, όλα συνδυασμένα θαυμάσια με τα ροδοκόκκινα πρόσωπα και τα τσακίρικα μάτια τους. Αρμαθιές φλουριά, πεντόλιρα και τρακοσάρες λίρες στον λαιμό, πλατιά μαλαματένια βραχιόλια στα χέρια. Οι δρόμοι γέμιζαν από την παρουσία τους και, όπως σημείωναν οι παλιοί ρεπόρτερ, θα ενθουσίαζαν κάθε ζωγράφο ή φωτογράφο της εποχής.
Περπατούσαν με λεβέντικο και αργό βήμα, χαμογελώντας παιχνιδιάρικα στους νεαρούς που συναντούσαν. Συχνά κοντοστέκονταν, αντάλλασσαν χαιρετισμούς:
Άλλοτε πάλι, όταν συναντούσαν νεαρούς από τη Μυτιλήνη, έπαιρναν πρώτες τον λόγο:
Κι όταν οι «Καστρινοί», οι του κάστρου της Μυτιλήνης κάτοικοι δηλαδή, έμεναν άναυδοι, ξεσπούσαν σε δυνατά γέλια.
Η Αγιασώτισσα, έγραφαν οι τότε ανταποκριτές, είχε μια χαρακτηριστική «αντάρτικη» θηλυκή αυθόρμητη εκδήλωση, γεμάτη χιούμορ και πείραγμα. Κανένα σκαλοπάτι ή πεζούλι δεν έμενε άδειο. Παντού κοπέλες καταστολισμένες, γελαστές, εύθυμες και μαργιόλες, που «κατατρώνε» τον περαστικό με το βλέμμα, κουβεντιάζουν, γελούν δυνατά και τσατίζουν τους πρωτευουσιάνους μυτιληνιούς με ένα δυο λόγια που θα πουν.
Το χωριό ασφυκτιούσε από κόσμο. Ο επισκέπτης έπεφτε πάνω σε μια σκηνή πρωτόγνωρη: δρόμοι ασφυκτικά γεμάτοι, μαγαζιά και καφενεία ανοιχτά ως τα ξημερώματα, και κάθε σπίτι να φιλοξενεί δεκάδες ανθρώπους. Οι τυχεροί έβρισκαν στέγη σε συγγενείς ή φίλους, οι υπόλοιποι κοιμούνταν όπου υπήρχε χώρος, σε αυλές, σε σοκάκια, ακόμα και μέσα στην εκκλησία. Κάθε σπίτι φιλοξενεί από δέκα πέντε και είκοσι άτομα. Οι απόκεντροι δρόμοι είναι όλοι στρωμένοι, από ανθρώπινα σώματα, που ήλθον να ταλαιπωρηθούν και να προσευχηθούν. Οι αγρυπνούντες χορεύουν υπό τους ήχους του ζουρνά και του νταουλιού.


