Η απώλεια βάρους κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο και συχνά παρουσιάζεται ως ζήτημα προσωπικής ευθύνης. Όμως, όπως επισημαίνει η ειδικός στη διατροφή Rachel Woods με σχεδόν 15 χρόνια εμπειρίας στην έρευνα για την υγεία και τη διατροφή, το βάρος αντιμετωπίζεται διαφορετικά από σχεδόν κάθε άλλο ζήτημα υγείας. Παρακάτω συνοψίζονται πέντε βασικά σημεία που, σύμφωνα με την ίδια, θα έπρεπε να γίνονται πιο κατανοητά και ευρύτερα αποδεκτά, μαζί με τις έρευνες, τις δηλώσεις και τις λεπτομέρειες που τα συνοδεύουν.
Η ειδικός ξεκινάει υπενθυμίζοντας ότι άνθρωποι κατηγορούνται συστηματικά για το μέγεθος του σώματός τους, παρά το ότι ισχυρά στοιχεία δείχνουν πως το σωματικό βάρος διαμορφώνεται από σύνθετο μείγμα γενετικής, βιολογίας, περιβάλλοντος και κοινωνικοοικονομικών παραγόντων. Η περιορισμένη πρόσβαση σε οικονομικά προσιτά υγιεινά τρόφιμα, η έλλειψη ασφαλών χώρων άσκησης, οι πολλές ώρες εργασίας και το χρόνιο στρες (όλα πιο συνηθισμένα σε μειονεκτούσες περιοχές) καθιστούν τη διατήρηση υγιούς βάρους πολύ πιο δύσκολη για πολλούς ανθρώπους.
Ακολουθούν τα πέντε σημεία, αναλυτικά.
Η παχυσαρκία αναγνωρίστηκε ως εθνική προτεραιότητα υγείας στην Αγγλία ήδη από τη δεκαετία του 1990 και στο διάστημα που ακολούθησε εφαρμόστηκαν πολυάριθμες πολιτικές. Παρ’ όλ’ αυτά, τα ποσοστά παχυσαρκίας δεν μειώθηκαν σημαντικά, μια παρατήρηση που, σύμφωνα με την ειδικό, υποδηλώνει ότι οι τρέχουσες προσεγγίσεις, οι οποίες συχνά εστιάζουν στην «προσωπική ευθύνη», δεν αποδίδουν.
Ακόμη και όταν οι μέθοδοι απώλειας βάρους φαίνονται επιτυχημένες βραχυπρόθεσμα, τα αποτελέσματα συχνά δεν διατηρούνται: έρευνες δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που χάνουν βάρος τελικά το ξαναπαίρνουν, και οι πιθανότητες να φτάσει και να διατηρήσει κάποιος με παχυσαρκία ένα «φυσιολογικό» βάρος παραμένουν πολύ χαμηλές.
Ο λόγος εν μέρει βρίσκεται στη βιολογία: όταν μειώνουμε την πρόσληψη ενέργειας και χάνουμε βάρος, ο οργανισμός αντιδρά με αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν μεταβολική προσαρμογή, δηλαδή, ο ρυθμός μεταβολισμού επιβραδύνεται και μεταβάλλονται οι ορμόνες της πείνας (π.χ. η γκρελίνη αυξάνεται), γεγονός που ενθαρρύνει την επανατροφοδότηση και την επαναπρόσληψη βάρους.
Αυτή η φυσιολογική αντίδραση είχε εξελικτικό νόημα σε περιόδους όπου οι προγονοί μας (κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες) λειτουργούσαν διαφορετικά, μια και η διαθεσιμότητα τροφής ήταν μεταβλητή. Σήμερα, όμως, σε έναν κόσμο όπου τα υψηλής θερμιδικής αξίας, πολύ επεξεργασμένα και φθηνά τρόφιμα είναι εύκολα προσβάσιμα, οι ίδιες εγγενείς «μηχανές επιβίωσης» διευκολύνουν την αύξηση βάρους και δυσχεραίνουν την απώλειά του.
Συμπέρασμα της ειδικού: «Αν έχετε παλέψει να χάσετε βάρος ή να το διατηρήσετε, δεν είναι προσωπική αποτυχία αλλά μια προβλέψιμη φυσιολογική αντίδραση».
Είναι κοινή η εντύπωση ότι κάποιοι «έχουν θέληση» και άλλοι όχι, αλλά η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Το σωματικό βάρος επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες:
Όταν αγνοούμε αυτές τις πολύπλοκες επιρροές και αποδίδουμε τα πάντα στην ατομική αυτοπειθαρχία, τροφοδοτούμε το στίγμα. Το στίγμα αυτό κάνει ανθρώπους να αισθάνονται ντροπιασμένοι, αυξάνει το άγχος, μειώνει την αυτοεκτίμηση και, ειρωνικά, όλα αυτά δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την υιοθέτηση υγιεινών συμπεριφορών.
Η μέτρηση θερμίδων παραμένει η «προεπιλεγμένη» στρατηγική για πολλούς, αλλά στην πράξη το ζήτημα είναι πιο πολύπλοκο. Σημεία που επισημαίνει η ειδικός:
Αυτές οι παρεξηγήσεις έχουν τροφοδοτήσει την άνοδο «διαίτων της μόδας» όπως αποκλεισμός ολόκληρων ομάδων τροφίμων ή δίαιτες που βασίζονται αποκλειστικά σε ροφήματα. Αν και τέτοιες προσεγγίσεις μπορεί να προκαλέσουν βραχυπρόθεσμη απώλεια βάρους μέσω δημιουργίας ελλείμματος θερμίδων, σπάνια είναι βιώσιμες και συχνά στερούνται βασικών θρεπτικών συστατικών.
Η ειδικός προτείνει αντ’ αυτού μια ρεαλιστική, μακροπρόθεσμη προσέγγιση: περισσότερες ολόκληρες τροφές, μείωση επεξεργασμένων προϊόντων, περιορισμός αλκοόλ και οικοδόμηση συνηθειών που υποστηρίζουν γενικότερη ευεξία.
Η κοινή πεποίθηση «όσο περισσότερο ασκούμαι, τόσο περισσότερο θα χάσω βάρος» απλουστεύει υπερβολικά την πραγματικότητα. Το ανθρώπινο σώμα είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό στην εξοικονόμηση ενέργειας: μετά από μια έντονη προπόνηση, μπορεί να κινηθούμε ασυνείδητα λιγότερο κατά την υπόλοιπη ημέρα ή να νιώσουμε αυξημένη όρεξη, οδηγώντας σε αυξημένη πρόσληψη τροφής που αντισταθμίζει τις θερμίδες που «κάηκαν».
Ερευνητικά, η συνολική ημερήσια ενεργειακή δαπάνη δεν αυξάνεται αναλογικά με την ποσότητα άσκησης. Το σώμα προσαρμόζεται, γίνεται πιο «αποδοτικό» και μειώνει την κατανάλωση ενέργειας σε άλλες δραστηριότητες. Αυτό καθιστά την προσπάθεια αποκλειστικά μέσω άσκησης για σημαντική απώλεια βάρους πιο δύσκολη από ό,τι πολλοί αναμένουν.
