Νέα έρευνα δείχνει ότι οι ηλεκτρικοί ανεμιστήρες μπορούν να προσφέρουν πραγματική ανακούφιση ακόμη και σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, αλλά μόνο εάν χρησιμοποιηθούν σωστά και σε κατάλληλες συνθήκες.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε αυτή την εβδομάδα στο JAMA Network Open, αμφισβητεί την αυστηρή σύσταση που έχει εκφραστεί από τη δεκαετία του 1990 από το CDC, το οποίο προειδοποιεί κατά της χρήσης ανεμιστήρων όταν η θερμοκρασία υπερβαίνει τους 32,2 βαθμούς Κελσίου. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις (ιδιαίτερα όταν ο ανεμιστήρας συνδυάζεται με διατήρηση υγρού του δέρματος) ο εξοπλισμός αυτός μπορεί να μειώσει τη θερμική επιβάρυνση και να βελτιώσει την αίσθηση άνεσης ακόμα και σε θερμοκρασίες της τάξης των 37 βαθμών Κελσίου. (Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θέτει το όριο στους 40 βαθμούς Κελσίου και, όπως αναφέρεται, πρόσφατες μελέτες συμφωνούν σε υψηλότερα όρια).
«Όταν η θερμοκρασία του αέρα γίνεται μεγαλύτερη από τη θερμοκρασία του δέρματός μας, τότε στην πραγματικότητα αποκτούμε θερμότητα από το περιβάλλον», δηλώνει ο Daniel Gagnon, PhD, ειδικός στη θερμική φυσιολογία και συν-συγγραφέας της νέας μελέτης. Γι’ αυτό, προειδοποιεί, ότι οι ανεμιστήρες σε κάποιες περιπτώσεις μπορούν να αυξήσουν την εσωτερική θερμοκρασία του σώματος παρά την αίσθηση δροσιάς.
Σε πειράματα όπου συμμετέχοντες εκτέθηκαν σε 37 °C με 60% υγρασία, η λειτουργία ανεμιστήρα μείωσε την έντονη λειτουργία της καρδιάς και ελαφρώς μείωσε την εσωτερική (πυρηνική) θερμοκρασία του σώματος, σύμφωνα με τον Dr. Gagnon. «Οι άνθρωποι ένιωθαν καλύτερα και άνετα», αναφέρει. Η ομάδα που μελετήθηκε περιλάμβανε άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων με καρδιακές παθήσεις, αλλά οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα συμπεράσματα μπορούν να εφαρμοστούν ευρύτερα.
Αντίθετα, όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει στους 40 °C, οι ερευνητές παρατήρησαν ενδείξεις ότι το σώμα άρχιζε να θερμαίνεται, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο για ασθένειες σχετιζόμενες με τη ζέστη. Στο πλαίσιο αυτό, η μελέτη συστήνει χρήση κλιματισμού ή αναζήτηση κλιματιζόμενων δημόσιων χώρων.
Η ψύξη με ιδρώτα βασίζεται στην εξάτμιση: ο ιδρώτας απομακρύνει θερμότητα από το σώμα όταν εξατμίζεται. Ο ανεμιστήρας επιταχύνει αυτή τη διαδικασία αυξάνοντας τη μεταφορά θερμότητας με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί ένας φούρνος, μεταφέροντας δηλαδή, θερμότητα στην επιφάνεια ενός αντικειμένου. Ωστόσο, αυτό δουλεύει μόνο αν υπάρχει επαρκής εφίδρωση. Γι’ αυτό, οι συμμετέχοντες στη μελέτη έπιναν περίπου 225 γραμμάρια νερού την ώρα. Οι ερευνητές τονίζουν πως είναι σημαντικό να μην περιμένει κανείς να διψάσει αλλά να καταναλώνει νερό σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Ο συνδυασμός ανεμιστήρα και συνεχούς υγροποίησης του δέρματος (π.χ. με ψεκασμό νερού) βελτίωσε τα αποτελέσματα: σε δοκιμές σε χώρους 40 °C, η πρακτική αυτή μείωσε την καρδιακή επιβάρυνση, μείωσε την εφίδρωση και έκανε τους ανθρώπους να αισθάνονται ελαφρώς καλύτερα, σύμφωνα με τον Dr. Gagnon. Στα πειράματα οι συμμετέχοντες χρησιμοποίησαν ένα μπουκάλι ψεκασμού, αλλά οι ερευνητές σημειώνουν ότι λειτουργούν και βρεγμένα πανιά ή άλλες μέθοδοι μια και είναι κρίσιμο το δέρμα να παραμένει συνεχώς υγρό. Ταυτόχρονα, επισημαίνουν να προσέχουμε τη θερμοκρασία του εσωτερικού αέρα: σε κλειστούς, κακοαεριζόμενους χώρους ή χώρους χωρίς κλιματισμό, η εσωτερική θερμοκρασία μπορεί να είναι υψηλότερη από την εξωτερική.
Η νέα μελέτη προσθέτει λεπτομέρεια και αποσαφήνιση στην πολυετή συζήτηση για το πότε οι ανεμιστήρες είναι ασφαλείς και αποτελεσματικοί. Η βασική διαπίστωση είναι διπλή: οι ανεμιστήρες μπορούν να βοηθήσουν ακόμη και σε πολύ ψηλές θερμοκρασίες, αλλά αυτή η ωφελιμότητα εξαρτάται από το αν διατηρείται η ικανότητα του σώματος να ιδρώσει (επαρκής ενυδάτωση) και από το αν συνδυάζονται με τεχνικές όπως το βρέξιμο του δέρματος. Όταν ο αέρας είναι πιο θερμός από το δέρμα, ο ανεμιστήρας μπορεί να αντιστρέψει το όφελος και να αυξήσει τη θερμοκρασία του σώματος, μια λεπτή ισορροπία που καθιστά κρίσιμη την προσοχή σε συνθήκες, ενυδάτωση και έγκαιρη ανίχνευση συμπτωμάτων.
