Σε ένα θέμα που αφορά άμεσα τη δημόσια υγεία, δεν χωρούν μικροψυχίες, υπονοούμενα και μικροπολιτικά παιχνίδια. Κι όμως, για άλλη μια φορά, ο κ. Δημήτρης Καμπόσος απέδειξε ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Ο Δήμαρχος Άργους Μυκηνών, Γιάννης Μαλτέζος, ενημέρωσε θεσμικά και με απόλυτη διαφάνεια τους πολίτες για την ακαταλληλότητα του νερού σε συγκεκριμένα σημεία του δικτύου, επιδεικνύοντας υπευθυνότητα και πρωτίστως ενδιαφέρον για τη δημόσια υγεία. Χωρίς να κρύψει τίποτα «κάτω από το χαλί», χωρίς να υπολογίσει το πολιτικό κόστος, προχώρησε σε επίσημη ανακοίνωση, γιατί η αλήθεια και η ασφάλεια των πολιτών προέχουν.
Αντί, όμως, ο πρώην Δήμαρχος να δείξει τη στοιχειώδη σοβαρότητα και να στηρίξει μια πρωτοβουλία που στόχο έχει την προστασία της κοινωνίας, επέλεξε – με ανακοινώσεις και αιχμές – να επιτεθεί με ανούσια μικροπολιτική ρητορική, προσβάλλοντας όχι μόνο τη σημερινή δημοτική αρχή αλλά και τη νοημοσύνη των δημοτών.
Και ενώ υψώνει φωνή… ευαισθησίας για την ποιότητα του νερού, είναι ο ίδιος που με απόλυτα δική του ευθύνη δεν υπέγραψε την προγραμματική σύμβαση με την Περιφέρεια Πελοποννήσου για την κατασκευή του εργοστασίου αφαλάτωσης ύψους 13 εκατομμυρίων ευρώ. Ένα έργο-ανάσα για ολόκληρο τον Δήμο, ένα έργο που θα έλυνε οριστικά και αμετάκλητα τα ζητήματα ποιότητας και επάρκειας του πόσιμου νερού.
Πώς λοιπόν μπορεί να μιλά σήμερα για “ευθύνες” και “ανικανότητες” όταν ο ίδιος έθεσε εμπόδια σε μια στρατηγική υποδομή για την υγεία και το μέλλον του τόπου; Πώς μπορεί να παριστάνει τον υπερασπιστή των πολιτών όταν οι πράξεις του φανερώνουν πολιτική ιδιοτέλεια και έλλειψη στρατηγικού οράματος;
Η κοινωνία απαιτεί αλήθειες και έργα – όχι στημένα καβγαδάκια για εντυπώσεις. Ο κ. Μαλτέζος, με ψυχραιμία και θεσμική υπευθυνότητα, πράττει το αυτονόητο: προστατεύει το υπέρτατο αγαθό της υγείας. Ο κ. Καμπόσος, αντίθετα, επιλέγει να αποπροσανατολίζει και να δημιουργεί θόρυβο, μήπως και ξεχαστεί η δική του διαχρονική αδράνεια και εμμονή με την προσωπική του πολιτική επιβίωση.
Σε κρίσιμες ώρες, οι μάσκες πέφτουν. Και μαζί τους, αποκαλύπτονται τα κίνητρα όσων επιλέγουν να δουν τη δημόσια υγεία όχι ως προτεραιότητα, αλλά ως ευκαιρία για φθηνή αντιπαράθεση.


