Μια σημαντική επιστημονική έρευνα από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), ρίχνει νέο φως στη σύνδεση μεταξύ παχυσαρκίας, καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου του μαστού σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Cancer της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, αποκαλύπτει ότι η αύξηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) και η ταυτόχρονη εμφάνιση καρδιοπαθειών αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού.
Η μελέτη επικεντρώνεται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και εξετάζει πώς το υπερβολικό βάρος, σε συνδυασμό με τη διάγνωση καρδιαγγειακής νόσου, επιδρά στον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από περίπου 170.000 γυναίκες που συμμετείχαν σε δύο μεγάλες ευρωπαϊκές προοπτικές μελέτες, οι οποίες κάλυψαν πληθυσμούς χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, διαβήτη τύπου 2 ή καρκίνου του μαστού.
Η μέση ηλικία των συμμετεχουσών κατά την έναρξη της παρακολούθησης ήταν περίπου 60 έτη, ενώ τα ποσοστά παχυσαρκίας ανέρχονταν στο 17% και 21% αντίστοιχα ανά ομάδα. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης άγγιξε τα 11 έτη.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα της μελέτης αφορά τις γυναίκες που παρουσίασαν καρδιαγγειακή νόσο: για κάθε 5 kg/m² αύξηση στον ΔΜΣ, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού αυξήθηκε κατά 31%. Σε σύγκριση, η αντίστοιχη αύξηση του κινδύνου για γυναίκες χωρίς καρδιοπάθεια ήταν 13%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), περίπου το 74% του ενήλικου πληθυσμού στις ΗΠΑ έχει ΔΜΣ που υποδηλώνει υπέρβαρο ή παχυσαρκία, μια κατάσταση που συνδέεται όχι μόνο με τον διαβήτη τύπου 2 και τις καρδιοπάθειες, αλλά και, όπως πλέον φαίνεται, με τον καρκίνο του μαστού.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι ο διαβήτης τύπου 2 δεν συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, σε αντίθεση με τις καρδιαγγειακές παθήσεις, οι οποίες φαίνεται να λειτουργούν ως επιταχυντές του κινδύνου στις παχύσαρκες ή υπέρβαρες γυναίκες.
Ο επικεφαλής της μελέτης, Dr. Heinz Freisling, μιλώντας στο Medical News Today, εξήγησε τους πιθανούς βιολογικούς μηχανισμούς που συνδέουν την παχυσαρκία με τις καρδιακές παθήσεις και τον καρκίνο του μαστού. Σύμφωνα με τον ίδιο, το υπερβολικό σωματικό βάρος προκαλεί χρόνια φλεγμονή, αυξάνει τα επίπεδα ινσουλίνης και επηρεάζει αρνητικά τα λιπίδια του αίματος και το ορμονικό προφίλ, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής λεπτίνης από τον λιπώδη ιστό.
«Η λεπτίνη διεγείρει την κυτταρική διαίρεση στον ιστό του μαστού και καταστέλλει τις ανοσολογικές αποκρίσεις. Αυτοί οι μηχανισμοί αποτελούν επίσης παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του μαστού», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Dr. Freisling.
Μετά την εμμηνόπαυση, οι ωοθήκες σταματούν να παράγουν οιστρογόνα, αλλά η ορμόνη συνεχίζει να παράγεται σε κύτταρα λίπους, ιδιαίτερα στον λιπώδη ιστό του μαστού. Η αυξημένη παραγωγή οιστρογόνων μέσω αυτών των λιπωδών κυττάρων μπορεί να πυροδοτήσει ανώμαλη κυτταρική ανάπτυξη και εν δυνάμει κακοήθεις μεταλλάξεις.
Ο Dr. Christopher Berg, καρδιολόγος με ειδίκευση στην καρδιοογκολογία στο MemorialCare Heart and Vascular Institute, σχολίασε τα ευρήματα της μελέτης, τονίζοντας τη σημασία της πρόληψης.
«Η έρευνα αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη πρόληψης της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου όχι μόνο για την προστασία της καρδιάς, αλλά και για τη μείωση του κινδύνου καρκίνου του μαστού», δήλωσε ο Dr. Berg, αν και δεν συμμετείχε στην ίδια τη μελέτη.
Η Dr. Bhavana Pathak, αιματολόγος και ιατρική ογκολόγος, προσέθεσε τη σημασία της προπόνησης δύναμης, καθώς και την ανάγκη για διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες και μικροθρεπτικά συστατικά, όπως τα δημητριακά ολικής αλέσεως, τα λαχανικά και τα φρούτα.
«Αυτές οι διατροφικές συνήθειες βοηθούν στη διατήρηση ενός υγιούς μικροβιώματος και ενός αποτελεσματικού ανοσοποιητικού συστήματος, συμβάλλοντας στην πρόληψη τόσο του καρκίνου όσο και των καρδιαγγειακών παθήσεων», υπογράμμισε η Dr. Pathak.
Η νέα μελέτη αναδεικνύει τη σύνθετη και αλληλένδετη σχέση ανάμεσα στον τρόπο ζωής, την παχυσαρκία, τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τον καρκίνο του μαστού. Οι ειδικοί τονίζουν ότι η υιοθέτηση προληπτικών μέτρων, όπως η διατήρηση φυσιολογικού βάρους και η υγιεινή διατροφή, μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης σοβαρών νοσημάτων σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.
Η έγκαιρη πρόληψη και η ολιστική φροντίδα της υγείας αποδεικνύονται για ακόμη μια φορά κρίσιμα όπλα στην καταπολέμηση χρόνιων νοσημάτων με σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.


