Ανατροπή στα διατροφικά δεδομένα φέρνει μία νέα συστηματική ανασκόπηση σχεδόν 100 κλινικών δοκιμών, η οποία καταλήγει ότι η διαλειμματική νηστεία (Intermittent Fasting – IF) οδηγεί σε απώλεια βάρους αντίστοιχη με αυτή του παραδοσιακού περιορισμού θερμίδων (Calorie Restriction – CR). Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στις 18 Ιουνίου στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό The BMJ, εξετάζει όχι μόνο την αποτελεσματικότητα των μεθόδων στην απώλεια βάρους, αλλά και τις επιπτώσεις τους σε καρδιομεταβολικούς δείκτες υγείας.
Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από 99 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, οι οποίες περιλάμβαναν πάνω από 6.500 ενήλικες. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 45 ετών, ενώ τα δύο τρίτα ήταν γυναίκες. Μόνο ένα μικρό ποσοστό θεωρήθηκε κλινικά υγιές, καθώς περίπου το 90% των συμμετεχόντων είχαν προϋπάρχουσες παθήσεις, όπως παχυσαρκία, υπερβολικό βάρος, και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή τύπου 2. Ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (BMI) ήταν 31, στοιχείο που κατατάσσει την πλειονότητα στην κατηγορία της παχυσαρκίας.
Οι δοκιμές διήρκεσαν από 3 έως 52 εβδομάδες, με μέση διάρκεια τις 12 εβδομάδες, και κάλυψαν διαφορετικά πρωτόκολλα διαλειμματικής νηστείας:
Όλες οι μορφές IF, καθώς και ο θερμιδικός περιορισμός, συνδέθηκαν με απώλεια βάρους όταν συγκρίθηκαν με μια δίαιτα ad libitum, δηλαδή χωρίς περιορισμούς.
Από τα διαφορετικά σχήματα διαλειμματικής νηστείας, μόνο η εναλλακτική ημερήσια νηστεία (ADF) έδειξε ελαφρώς μεγαλύτερη απώλεια βάρους, σχεδόν τρία κιλά περισσότερα από τον περιορισμό θερμίδων.
Επιπλέον, η ADF ξεπέρασε οριακά την TRE και την 5:2 νηστεία, τόσο ως προς τη μείωση του σωματικού βάρους, όσο και στις μετρήσεις λιπιδίων, όπως η ολική και LDL χοληστερόλη. Ωστόσο, οι διαφορές αυτές δεν θεωρούνται στατιστικά σημαντικές.
Σύμφωνα με τον Dr. David B. Sarwer, Διευθυντή του Κέντρου Έρευνας και Εκπαίδευσης για την Παχυσαρκία στο Πανεπιστήμιο Temple και εκπρόσωπο της Εταιρείας Παχυσαρκίας, «τα στοιχεία δείχνουν ότι καμία μέθοδος δεν υπερτερεί απόλυτα. Αντίθετα, η καλύτερη δίαιτα είναι αυτή που ταιριάζει στον τρόπο ζωής του ατόμου και μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα».
Ο ίδιος προσθέτει πως η μικρή υπεροχή της ADF είναι στατιστικά μεν υπαρκτή, αλλά κλινικά ασήμαντη, δηλαδή δεν επαρκεί για να επιφέρει δραματική διαφορά στην υγεία.
Ένα κρίσιμο εύρημα της ανασκόπησης αφορά τα ποσοστά συμμόρφωσης. Οι συμμετέχοντες τήρησαν καλύτερα τα πρωτόκολλα διαλειμματικής νηστείας σε βραχυπρόθεσμα χρονικά διαστήματα. Για παράδειγμα:
Αυτό καταδεικνύει ότι η ευκολία εφαρμογής ενός προγράμματος παίζει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία του.
Τα αποτελέσματα της ανασκόπησης ενισχύονται από νεότερες μελέτες του 2024 και 2025:
Η IF έχει συνδεθεί με οφέλη όπως:
Ωστόσο, δεν ενδείκνυται για όλους. Η Dr. Sun Kim, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας στο Stanford, σημειώνει ότι τα άτομα με διαβήτη που λαμβάνουν ινσουλίνη χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή. Επίσης, η IF δεν συνιστάται σε:
Η κοινή θέση των ειδικών είναι σαφής: Δεν υπάρχει “μία σωστή δίαιτα” για όλους. Η συμμόρφωση, η ευελιξία, και η προσωπική βιωσιμότητα είναι τα κλειδιά.
«Οι δίαιτες νηστείας συχνά είναι πιο απλές στην εφαρμογή, επειδή οι κανόνες είναι ξεκάθαροι», λέει η Dr. Kim. «Μπορεί να ταιριάζουν ιδιαίτερα σε όσους τσιμπολογούν βράδυ ή θέλουν σαφή χρονικά όρια».
